Τα παραμύθια , όταν γεννιούνται.. είναι κάπως έτσι.. Χρυσίζουν στην τόση ησυχία κι αναπνέουν στην μεγάλη ανοιχτοσιά..

Κι ύστερα πολλαπλασιάζονται και στέκονται στα ράφια, αναπολώντας το ένα με το άλλο, την εποχή της νιότης τους , τότε που έπεφτε χρυσάφι από παντού.

Έτσι είναι , αλήθεια σας λεω.. δείτε..

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΚΑΚΤΟΥ


Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΚΑΚΤΟΥ
                του Γιώργου Δ. Λεμπέση


Και σκέφτηκε ο Θεός , να φτιάξει τη σκιά, γιατί κάπου θα πρεπε ν ακουμπάει η μοναξιά του κόσμου.
Και της έδωσε λόγο και φωνή, να συντροφεύει αδερφούς, πάνω στο δρόμο που αυτός , έχει διαλέξει για το κάθε τέκνο Του. Κι έτσι έγινε κι άκουσα την σκιά του κάκτου , στον κάκτο να μιλά και να του λεει μέσα στην τόση ησυχία της ερήμου, τα παρακάτω λόγια.   

«Πως ξεχαστήκαμε αδερφέ μου. Πέρασαν κι όλας εκατό χειμώνες. Αλήθεια, πώς λες να είναι ο χειμώνας? Θυμάσαι πέρσι τέτοια εποχή , που στάθηκαν μπροστά μας δυο πουλιά και κάθισαν στο αγκαθωτό μου χέρι, θυμάσαι? Μίλαγαν ασταμάτητα για έναν βορά , που σαν παράδεισος έλεγαν πως μοιάζει κι είχε λεει ατέλειωτη δροσιά. Ύστερα ξεκίνησαν να πετούν με λαχτάρα προς τα κει. Πέρασαν κι άλλα τόσα χρόνια , θυμάσαι. Κανείς δεν έκατσε μαζί μας για πολύ. Μόνο για λίγο μας ακουμπούσαν τα μυστικά τους  κι ύστερα έφευγαν για κάποιο δροσερό χειμώνα.
Μέρος κακόφημο και ξένο μοιάζει το σπίτι μας αδερφέ μου. Γι αυτό κι όλοι μας αποφεύγουν. Ακόμα και τα σύννεφα, μια γρήγορη ματιά στα σιωπηλά και χάνονται. Μόνο εσύ κι εγώ ξωμείναμε σε σ αυτή την ησυχία. Εμείς κι η άμμος που σαν ανάσα κάνει το μέρος να κινείτε. Μα μη φοβάσαι αδερφέ , εγώ δε θα φύγω από κοντά σου. Θα μείνω εδώ , μέχρι να δω από κοντά αυτό το χέρι, που σπρώχνει το χρόνο στον γκρεμό.
Μα μέχρι να ρθει να μας βρει αυτός ο φόβος. Άκου για λίγο μια μικρή ιστορία που μου πε κάποτε, ένας πεσμένος γερό κάκτος. Άκου λοιπόν μέχρι η ώρα να περάσει.

Η νύχτα έμοιαζε να φεύγει και μια μικρή υποψία ήλιου, έκανε την καινούργια μέρα να μοιάζει γιορτή για τον μοναχογιό της ερήμου.
Ο κάκτος , μόλις που είχε ξυπνήσει και γέμιζε τα κύτταρά του με ζεστό αέρα. Αφού καλημέρισε τη σκιά του , κοίταξε στον ορίζοντα που τόσο καλά γνώριζε κι όλα ήταν εκεί. Τόσο σωστά βαλμένα στη θέση τους που ακόμα κι αν οι μεταστροφές της φύσης άλλαζαν το τοπίο, για κείνον ήταν πάντα το ίδιο σπίτι.
Καθώς σουρούπωνε κι αφού τα αγκάθια του είχαν παραφουσκώσει απ οξυγόνο, η σκιά του τον αποχαιρέτησε βουτώντας στη γη μέχρι το επόμενο πρωί. Αφού είχε πια νυχτώσει, ο κάκτος είδε μια έντονη μορφή, εντελώς παράταιρη στο πεδίο του , σαν γλυκό νερό στη θάλασσα, να τρέχει προς το μέρος του. Η άμμος και η νύχτα τον εμπόδισαν να δει πιο καθαρά , μα πολύ σύντομα το μυστήριο αποκαλύφθηκε και έγινε με μιας ανθρώπινη μορφή σε ολόλευκη φορεσιά μ ένα πρόσωπο ιδρωμένο κι ένα σώμα ανίκανο να στηριχτεί στα πόδια του.
Ήταν μια όμορφη γυναίκα, που στάθηκε λαχανιασμένη και ταραγμένη δίπλα στον κάκτο σαν να την κυνηγούσαν. Πριν προλάβει να τη σκεπάσει με τη σκιά του, είδε στα χέρια της αίματα και στο λαιμό της μελανιές. Εκείνη κοιτώντας προς τα πίσω, άρχισε να τρέμει και προσπάθησε να κρυφτεί πίσω απ τον κάκτο.
Ανήμπορος όμως και ανάξιος να μεταμορφωθεί σε θάμνο ή κάτι που θα την προστάτευε απ τους κυνηγούς της, την άφησε τελείως ακάλυπτη. Έτσι οι δυο κυνηγοί , που πάνω στ άλογα την έψαχναν σαν δαίμονα και θησαυρό, την έπιασαν αγριεμένοι και την πέταξαν πάνω του με μανία. Εκείνη με τα μάτια ορθάνοιχτα , καρφώθηκε στα αγκάθια του κάκτου κι άρχισε να ξεψυχά καθώς τους κοίταγε να φεύγουν.
Βλέποντας αυτό το φρικτό τέλος, κατάλαβε πως άθελα του, την είχε σκοτώσει. Τότε, σαν απρόσμενη βροχή, άφησε όλα του τα δάκρυα να πέσουν στα μαλλιά της, γεμάτος ενοχές και φόβο γι αυτό που μόλις είχε κάνει. Η μέρα τελείωνε κι όσο απομακρυνόταν το φως, τόσο πιο πανοραμικά φαινόταν το φονικό που με το πρώτο φως της μέρας, θα αποκαλυπτόταν.

Το επόμενο πρωί ,η σκιά του κάκτου στάθηκε δίπλα του,  όπως συνήθιζε να κάνει άλλωστε κάθε που ο ήλιος φαινόταν. Εκείνη τη μέρα όμως δεν την είχε ξανά ζήσει δίπλα του. Παγωμένη κι έντρομη κοίταξε την νεκρή γυναίκα ανάμεσα στ αγκάθια του. Κοίταξε τον κάκτο με θυμό για κάμποση ώρα κι ύστερα ρώτησε με ύφος ενοχής. «Τι της έκανες ? πως μπόρεσες να την σκοτώσεις?» ρώτησε τον αδερφό της.  Εκείνος κοίταξε κουρασμένος τη σκιά του, σαν να θελε απ τη μια να της εξηγήσει κι απ την άλλη να αυτοτιμωρηθεί για το φρικτό έγκλημα. «Τη σκότωσα κι αυτό είναι αλήθεια μα όχι επειδή το διάλεξα, ήμουν απλά στη θέση μου, με φουσκωμένα αγκάθια. Ήμουν απλά , αυτό που είμαι, αυτό που ο Θεός έβαλε σοφά σ αυτή τη θέση» Κι ήταν οι λέξεις του τόσο δυνατές , λες και μόλις είχε καταλάβει πως όσο καλός κι αν ήταν σε όλη του τη ζωή, όσο γαλήνια κι αν ήταν η ψυχή του, δεν έπαυε να είναι ένα δολοφονικό ον. Ένα πλάσμα ανήμπορο να ξεφύγει απ το πεπρωμένο του, μια ύπαρξη πάνω στη γη που είχε χρεωθεί την ασχήμια και την σκληρότητα του ίδιου του δημιουργού του. Η ψυχή του, σαν νεογέννητη μοίρα, μακριά από κάθε επιλογή,  υπάκουγε πιστά τις εντολές του Δρόμου..
Μόνο μια γνώση τον έκανε να μοιάζει ελεύθερος. Μια γνώση που θα καθάριζε την ψυχή του , και θα την διαχώριζε απ την Θεϊκή επιλογή. 
Ήξερε καλά πως μέσα σε λίγες μέρες το βάρος του νεκρού σώματος θα τον έριχνε για πάντα στην άμμο κι έτσι θα μαραινόταν και θα πέθαινε κι αυτός δίπλα στη γυναίκα. Έτσι θα ερχόταν η κάθαρση κι ο κάκτος θα μπορούσε να φύγει λίγο πιο ήσυχος, λίγο πιο δικαιωμένος. Θα χε καταφέρει να συγχωρέσει τον εαυτό του , και γαλήνιος να δει αυτό το μαύρο φως, για μια φορά ελεύθερος.    

Έτσι μου είπε αυτός ο γεροκάκτος αδερφέ μου κι εγώ τον άκουγα με προσοχή. Δεν ξέρω αν συνέβη στ αλήθεια αυτή η ιστορία, μα να, εδώ όπως καθόμαστε και περιμένουμε τη ζωή να πέσει πάνω στ αγκάθια μας, σκεφτόμουν κι ήθελα να στο πω. Λύτρωση και τιμωρία τελικά, αυτό το χέρι, που σπρώχνει τον χρόνο στον γκρεμό. Δε βρίσκεις αδερφέ μου?»

Γιώργος Λεμπέσης
170112

4 σχόλια:

  1. "Λύτρωση και τιμωρία τελικά, αυτό το χέρι, που σπρώχνει τον χρόνο στον γκρεμό....."

    Τι ωραία βρε Γιώργο!!!
    Μπράβο σου!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Είναι λίγο σκληρό και αν είσαι σε κακή διάθεση μπορεί να σε ρίξει .. έχω μεγάλη αγωνία για το αν περνάει και χάρηκα που σου άρεσε!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η να σε ρίξει ή να σε κάνει να σκεφτείς απ'την αρχή!! ;)

      Διαγραφή
  3. :) πολυ ομορφο κειμενο,σε προβληματιζει!

    ΑπάντησηΔιαγραφή