Τα παραμύθια , όταν γεννιούνται.. είναι κάπως έτσι.. Χρυσίζουν στην τόση ησυχία κι αναπνέουν στην μεγάλη ανοιχτοσιά..

Κι ύστερα πολλαπλασιάζονται και στέκονται στα ράφια, αναπολώντας το ένα με το άλλο, την εποχή της νιότης τους , τότε που έπεφτε χρυσάφι από παντού.

Έτσι είναι , αλήθεια σας λεω.. δείτε..

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

“ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΑΤΕΒΩ"

ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΛΕΜΠΕΣΗΣ

«ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΑΤΕΒΩ»


Κατέβασα τα στόρια του γραφείου κι άρχισα να μιλάω στη σιωπή μου. Ούτε η πόλη που βρίσκεται κάτω απ’ τα πόδια μου και μοιάζει σαν να τσουλάει αργά προς τη θάλασσα δε με ενδιαφέρει πια. Λες και τα μάτια μου απεργούν και δεν αφήνουν τίποτα και κανέναν να περάσει, λες και τα μάτια μου φωνάζουν πιο πολύ απ’ την ψυχή, πιο πολύ από τη γλώσσα, σα μια τελευταία προσπάθεια να παραμείνουν στη ζωή.
Ίσως τελικά να μην είμαι καλός στην επικοινωνία και στη διαχείριση, υλικών και άυλων. Ανθρώπων και στρατηγικών. Ίσως να μην έχω καν το ταλέντο να αποχωρίζομαι τις ατέλειες μου, να βελτιώνω λάθη και αστοχίες. Ίσως να μην είμαι καλός ηγέτης, να μην εμπνέω τους ανθρώπους , να μην κάνω καν ωραία πράγματα για εκείνους. Να μην μπορώ να μεγαλώσω το παιδί που έφερα στον κόσμο μα πιο πολύ να μην μπορώ να συντηρήσω το παιδί που ζει μέσα μου από πάντα. Και χωρίς αυτό, δεν μπορώ να στηρίξω κανέναν άλλον. Χωρίς αυτή τη συγχώρεση θα είμαι πάντα ένας κοιμισμένος άνθρωπος, που σα ζητιάνος θα γυρεύει να γίνει αυτοκράτορας μην μπορώντας να δει, πως αυτό που ζητάμε μέσα στα όνειρα παύουμε να το ζητάμε και αφυπνιζόμαστε, μόνο όταν δούμε στ’ αλήθεια τι είμαστε. Ένας αυτοκράτορας, δε ζητάει ποτέ να γίνει αυτοκράτορας, κι αυτήν την αλήθεια την ξέρει μέσα μας μόνο αυτό το παιδί.
Ίσως τελικά να μην είμαι τίποτα το σπουδαίο, τίποτα απ’ ό,τι ακούω ότι είμαι. Μάλλον έχω εγκλωβιστεί σε κάποια εικόνα. Όπως συμβαίνει με κάθε καλοστημένη φωτογραφία που δεν αποτυπώνει τον μέσα εαυτό, αλλά αυτόν με τις μάσκες και το έντονο μακιγιάζ.  Που άλλος στέκει μπροστά στον καθρέφτη κι άλλο είναι το είδωλο που τελικά εμφανίζεται. Άλλος βγαίνει στη φωτογραφία γιατί ο αληθινός εαυτός κοιμάται και ξεχνιέται, κατρακυλώντας στο περιθώριο και σιγά-σιγά, έξω από την πόρτα.
Έτσι, άρχισαν τα βλέμματα να σκήβουν κι αυτή η ολάνθιστη οπτική όλο και πιο πολύ να μαραζώνει. Άρχισαν τα χρώματα να κρύβονται πίσω απ’ τα βουνά και η χαρά που πάντα όριζε τις σκέψεις, έπεσε σαν από μάγια σε βαθύ ύπνο.
Πώς όμως μπορώ να αρνηθώ μια τέτοια πτώση; Πώς μπορώ να αδικήσω αυτήν την παραίτηση όταν τα πάντα γύρω αποκαλύπτονται; Βγάζουν τη σάρκα τους, φτύνουν αίμα και χολή. Κι όλο ασχημαίνουν οι άνθρωποι κι αγριεύουν οι άνεμοι. Ούτε ο καιρός δεν βοηθάει που μες στην προσπάθεια του να κρατήσει Δεκέμβρη μήνα τον ήλιο ψηλά, κάνει τα πάντα να φαίνονται ακόμα πιο καθαρά. Μα το χειρότερο δεν είναι πως όπου κι αν κοιτάξω βλέπω πίσσα και φωτιά. Δεν είναι που βλέπω τον δαίμονα των κοιμισμένων ανθρώπων να έχει πάρει τα κλειδιά της καστρόπορτας, ούτε που αυτή η σκληρή κληρονομία που κουβαλάμε ζητάει κι άλλο θάνατο κι άλλη σφαγή. Δεν είναι μόνο που στα μάτια μου ξεβράζονται νεκρά παιδιά ούτε που στη χώρα μου αγαπάμε τους προδότες. Είναι που κάποτε, ήμουν ένα σπίτι. Έμπαινε κόσμος, γέμιζε φωνές. Ζούσαν μέσα του οράματα, σχέδια κι όλου του κόσμου οι προοπτικές μύριζαν ελευθερία. Μούδιαζα στην ιδέα πως θα ‘σβηνε το φως όμως δεν προλάβαινα να φοβηθώ γιατί όλο και κάποια γιορτή ζωντάνευε ξανά. Με φρόντιζα, με γέμιζα οξυγόνο και συνεχώς μου υποσχόμουν πως ο δρόμος είναι μπροστά, πως οι στιγμές είναι στα χέρια μου και πως αυτό που έρχεται θα κάνει τη ζωή να αξίζει επηρεάζοντας όλο και πιο πολλούς ανθρώπους.
Αυτό το σπίτι δεν ενοχλούσε, δεν έκρυβε τη θέα κανενός, δεν ήταν παράνομο. Όμως μια νύχτα έπεσε πάνω του μια βόμβα μεγαλύτερη απ’ το σπίτι και πιο δυνατή από τις βάσεις του. Κι έτσι το σπίτι έπεσε, κατέρευσε και σκόρπισε σε όλα τα σημεία της γειτονιάς. Αλλού πήγε το όραμα, πιο κάτω οι χαρές. Κάπου στο βάθος τα όνειρα κι οι άνθρωποι που μέχρι χθες μπαινόβγαιναν ,θαφτήκανε στα συντρίμμια. Κι είπα να σηκωθώ, να χτίσω πάλι αυτό το σπίτι όμως γκρεμίστηκαν και σκόρπισαν όλα μου τα χέρια. Κάθε φορά που έκανα να δω, να τα μαζέψω, άκουγα από τα διπλανά συντρίμμια: «Μην κοιτάς εκεί, δεν έχει τίποτα», «Μην ψάχνεις άλλο, όλα τελείωσαν» «τι κάθεσαι και κάνεις εδώ, φύγε. μυρίζουν οι νεκροί» .
Έτσι φόρτωσα στο σώμα μου ακόμα μερικά λυγίσματα, μην μπορώντας πια να σηκωθώ. Τόσα λυγίσματα που δεν δε θέλω πια να σηκωθώ. Κι αν γύρω μου κοιμούνται ακόμα άνθρωποι που με φιλοξένησαν, θα τους ζητήσω συγγνώμη από καρδιάς, όσο ακόμα αντέχει και χτυπάει. Θα τους πω πως δεν μπορώ πια να τους ταλαιπωρώ με όμορφα και άσχημα, πως δεν είμαι άξιος πια να τους θυμώνω, να τους συγχωρώ, να τους φιλιώνω προσπαθώντας άλλη μια φορά να ξανά στεριώσω αυτό το σπίτι. Τους αγαπάω πολύ για να μπορώ να τους ανέχομαι, τους χρειάζομαι πολύ για να μπορούν να με πληγώνουν. Με νίκησαν μοίρες που δεν κάλεσα, με γκρέμισαν φωτιές που δε ζεσταίνουν.
Κι έτσι, την τελευταία μου δύναμη  θα την κρατήσω για μένα. Για να κάνω αυτό που μέσα απ’ τα συντρίμμια, φωνάζουν τα μάτια μου. Αυτό που για πρώτη φορά ξέρω πως θέλω και πως έχω ανάγκη όσο ποτέ. Κι αν κάποιοι δεν το καταλάβουν τότε ας με διαβάσουν καλύτερα, γιατί μπορεί να μην ήμουν σε τίποτα καλός, όμως όταν χάραζα φαράγγια στο χαρτί, είχα πάντα κάτι να σου πω.
Και τώρα αντίο, νιώθω καλά, μπορώ να γίνω όποιος θέλω, μπορείς να με φωνάζεις με όποιο όνομα θέλεις, έτσι κι αλλιώς έπαψα να σ ακούω.


Σταματήστε λοιπόν για μια στιγμή τον κόσμο..  Θέλω να κατέβω.

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

ΤΑ ΕΠΤΑ ΠΙΝΕΛΑ


ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΛΕΜΠΕΣΗΣ

ΤΑ ΕΠΤΑ ΠΙΝΕΛΑ 


Η Μελίνα, λάτρευε τα πινέλα από μικρή. 
Από τόσο δα κοριτσάκι, τότε που ακόμα οι κοτσίδες της με το ζόρι ακουμπούσαν το λαιμό της, μάζευε από όπου έβρισκε πινέλα. 
Κάθε λογής, χνουδωτά, μυτερά, φουντωτά, λεπτά, με ρίγες, με βούλες ακόμα και κάποια πιο γέρικα, που ζήτημα αν έστεκαν στο λεπτό ξυλάκι τους πέντε τρίχες, ήταν μέρος της παράξενης συλλογής της.

Μια μέρα, και αφού τα χρόνια περάσει κι είχαν φέρει στο δερμάτινο βαλιτσάκι της κάμποσα πινέλα, αποφάσισε να κάνει μια βόλτα στην παλιά της γειτονιά στην οδό Καβαλέτου, κοντά στην παραλία του βορρά . 
Εκεί, στεκόταν για λίγο ακόμα μια τεράστια αποθήκη που κάποτε φιλοξενούσε μέσα της ένα σωρό αντικείμενα. Από παιχνίδια , μέχρι είδη για το σπίτι ακόμα και σχολικά μικροπράγματα για μαθητές και δασκάλους! 
Σε λίγες μέρες, η κατασκευαστική εταιρία θα γκρέμιζε αυτή την αποθήκη και θα έδινε μια νέα ζωή στο ταλαιπωρημένο πια οικόπεδο.

Η Μελίνα, αποφάσισε να μπει στην παλιά αποθήκη, χωρίς να έχει κάποιο ιδιαίτερο λόγο. Έτσι, για να χαιρετήσει κάθε ανάμνηση που είχε απ τα παιδικά της χρόνια. Ήταν βλέπεις που αυτό το μέρος , είχε γίνει πολλές φορές, σημείο αναφοράς και εκκίνησης, παιδικών και νεανικών ιστοριών. 

Μέσα του, είχε ξεχαστεί σε μια γωνιά, ένα παρατημένα κιβώτιο σαν μικρό σεντούκι, που φαίνονταν σχεδόν ανέπαφο. Μόνο η σκόνη και μερικοί σοβάδες μαρτυρούσαν την μοναξιά και τον χρόνο που είχαν ξεχαστεί πάνω του. 
Πλησίασε χωρίς σκέψη και άνοιξε με προσοχή , το κουτί αφού πρώτα ξεσκόνισε το καπάκι. 
Η έκπληξη της ήταν μεγάλη και τα μάτια της γούρλωσαν στη θέα της αναπάντεχης ανακάλυψης. Μέσα του, υπήρχαν επτά διαφορετικά πινέλα σπάνια και πανέμορφα. Φαίνονταν να ναι ζωντανά κι αμέσως πίστεψε πως αν τους το ζητούσε, σίγουρα θα της απαντούσαν με σχέδια και γραμμές. 

Ο θησαυρός ήταν τεράστιος για εκείνη και η σκέψη πως αν δεν τα έβρισκε, όλα αυτά τα πινέλα θα χανόντουσαν για πάντα, έκανε αυτό το εύρημα ακόμα πιο πολύτιμο. Αν αργούσε λίγο ακόμα, θα εξαφανιζόντουσαν μέσα σε χώματα και μπάζα, μοίρα καθόλου δίκαιη για την μοναδικότητα τους. 
Χωρίς να χάσει χρόνο, μάζεψε όλα τα πινέλα και τα φυγάδευσε γρήγορα από εκεί. Λες και έκανε το πιο ριψοκίνδυνο πράγμα που είχε κάνει στη ζωή της, τα αγκάλιασε τυλίγοντας τα στην μπλούζα της σαν να έσωζε εκείνη τη στιγμή, μια ολόκληρη γενιά που θα χανόταν κάτω απ την απειλή της νέας τάξης πραγμάτων. 
Και η αλήθεια είναι πως αυτό ακριβώς συνέβαινε. 

Τα επτά πινέλα σώθηκαν απ την γλυκιά Μελίνα , που βρέθηκε εκεί ακριβώς τη σωστή στιγμή και δεν αγνόησε ούτε λεπτό την ύπαρξη τους. Την κίνηση της αυτή αλλά και την αγάπη που έδειξε φροντίζοντας τα στη συνέχεια ήταν κάτι το οποίο τα ίδια τα πινέλα δεν ξέχασαν ποτέ. 


Από την επόμενη κι όλας μέρα, η μαγεία που έκρυβαν μέσα τους, ζωντάνεψε κι έτσι ένα δώρο ευφάνταστο και παραμυθένιο , την περίμενε κάθε φορά που έβγαινε απ το σπίτι. Μια εικόνα, ένας χρωματισμός στον ουρανό, ένα φρεσκοβαμμένο λουλούδι ακόμα και τα πολύχρωμα κι αστεία κτήρια, βρίσκονταν δίπλα της και την καλημέριζαν. 
Ένας κόσμος ζωγραφισμένος απ τα ίδια τα πινέλα, ήταν ο τρόπος τους να την ευχαριστούν που τους είχε χαρίσει ξανά τη ζωή.

Ένα πινέλο για κάθε μέρα , κι ύστερα πάλι απ την αρχή δημιουργούσαν για εκείνη ένα σκηνικό , λες και η ζωή της ήταν βαλμένη σε πίνακα. Ένας κόσμος γεμάτος χρώμα, απ ευθείας απ τους πινελένιους Θεούς, μόλις είχε σωθεί. Ένας κόσμος που η ίδια έσωζε, απ όταν ήταν τόσο δα κοριτσάκι, αφού κράταγε ζωντανή τη φαντασία και την επιθυμία να δημιουργεί τον κόσμο με τα μαγικά της πινέλα.

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

ΈΝΑ «ΘΕΛΩ» ΓΙΑ ΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΣ

ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΛΕΜΠΕΣΗΣ

ΈΝΑ «ΘΕΛΩ» ΓΙΑ ΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΣ


Δεν θυμάμαι καν πότε ήρθε κι ακούμπησε πάνω μου το πρώτο θέλω, ένα θέλω όμορφο και πεισματάρικο που από τότε μεγαλώνει μαζί μου , αλλάζει , γερνάει , εγκαταλείπει, στέκεται ξανά. Ζει πάνω μου , όλες τις εσωτερικές και εξωτερικές μεταβάσεις και λυγάει μαζί μου, σ όλες τις δυνατές αποτυχίες. Είναι το θέλω, που όσες φόρες έχω προσπαθήσει να ξεριζώσω απ τα μέσα μου, άλλες τόσες έχω ευχηθεί να μη μ' αφήσει ποτέ πριν το τέλος, ποτέ πριν τη μεγάλη σιωπή.

Τα πρώτα βήματα , του μικρού μου θέλω ήταν, λίγα κι ασήμαντα για τα τωρινά , μεγάλα μου μάτια και κυρίως αφορούσαν γαστρονομικές επιθυμίες. Θέλω μπισκότο , θέλω μπανάνα , θέλω καραμέλα. Απαιτήσεις που απόλυτα συνδεδεμένες με την επιβίωση , έπλεκαν σιγά , σιγά τη μοίρα μέσα απ τις επιλογές και έχτιζαν το μέλλον του θέλω μου.

Ύστερα το θέλω άρχισε να μεγαλώνει , να απλοποιεί τα απλά , να περιπλέκει τα απλούστερα , να δοκιμάζει τις αντοχές ολόκληρου του κόσμου.
Ήθελε ύλη ,  λάτρευε να κολυμπά στην επιφάνεια κι είχε ταχθεί ως υπερασπιστής και σύμβουλος του βασιλιά «εγώ». Ήθελε για εκείνον , ζήταγε για εκείνον, απαιτούσε και στραγγάλιζε τη λογική , μόνο για εκείνον.
Το θέλω μου φούσκωνε κι όλο δυνάμωνε , έβγαζε χέρια και στροβίλιζε τον άνεμο , γεννώντας θύελλες και ξεριζώνοντας δέντρα, ώσπου μια μέρα έγινε τόσο δυνατό, που έπνιξε με τα χέρια του τον ίδιο του τον βασιλιά.
Τώρα, είχε μείνει μόνο του στο θρόνο. Η απόλυτη αρχή , η ανάσα , η γη. Ένα θέλω που μπορούσε να πάρει τα πάντα, αλλά δεν είχε σώμα και ψυχή για ν ακουμπήσει αυτά που έπαιρνε. Δεν είχε καν βασιλιά να ευνουχίσει με τα τόσα αποκτήματα. Έτσι όλα , έπεφταν στο κενό , ξεχνιόντουσαν , νεκρά πριν καν γεννηθούν.
Μόνο, σαν σκελετός που αδυνατεί να συγκρατήσει μέσα του το νερό, περιπλανιόταν άσκοπα θέλοντας κι αποκοτώντας πάσης φύσεως θησαυρούς για να καλύψουν το κενό.

Κι έφτασα εδώ, μ ένα θέλω που τώρα πια  σέρνεται στο πάτωμα αδύναμο, ημίτρελο να ζητάει συγχώρεση και λύτρωση μαζί. Ένα θέλω, που θέλει να ζήσει ξανά , χωρίς αυτή τη φορά να ξεριζώνει δέντρα και να σηκώνει θύελλες .
Κι έφτασα εδώ, για να πω στη ψυχή, πως θέλω να φροντίσει για λίγο αυτό το θέλω, μέχρι να γυρίσω. Πάω να μαζέψω φίλους και στιγμές ,  να χει το θέλω μου μια γη να λυτρωθούν τα κεκτημένα. Να τα μοιράστεί , να τα δωρίσει.
Να το φροντίσει αυτό το θέλω, μέχρι να γυρίσω, κι υπόσχομαι , θα γυρίσω.
Έχω αφήσει στο δρόμο μου δεκάδες γυρισμούς, που τώρα καταλαβαίνω γιατί τους αφήνα  τόσα χρόνια ανοιχτούς.
Τώρα καταλαβαίνω γιατί δεν έκλεινα τους λογαριασμούς και έψαχνα πάντα τρόπους να επιστρέφω.
Γιατί είναι δύναμη να μη ξεχνάς. Είναι θεριό ανήμερο η μνήμη. Υπάρχει δύναμη στο να γυρίζεις ,στο να συγχωρείσαι και στο να συγχωράς .
Μα για να μπορείς να χεις τέτοιους λογαριασμούς θα πρέπει πρώτα να χεις ζήσει. Να χεις κάνει αδικίες , να χεις αδικηθεί .
Να χεις λόγο να σταθείς μπροστά στο λάθος όρθιος, φιλώντας το στο στόμα.
Πρέπει να σαι συλλέκτης της φθοράς για να μπορείς να τη γιατρεύεις .
Να χεις κερδίσει τα χρώματα, να αγαπάς την ωραιότητα  ,να σε εμπνέει η ασχήμια.
Αυτά, κι όλα όσα βρω ακόμα θα σου κρατώ , όταν επιστρέψω. Θα το γιατρέψουμε το θέλω και θα δεις, θα ναι ομορφότερο από ποτέ.

Είμαι σίγουρος , πως το μόνο που θα θέλει όταν του αφήσεις το χέρι, θα ναι  να μπορεί να ζει ελεύθερο, χωρίς  να πληγώνει κανέναν, να μπορεί να ονειρεύεται μακριά απ τις ενοχές, να μπορεί να λέει καλημέρα σ αυτά τα κάγκελα , να αγγίζει ότι ζει συμφιλιωμένο με τις φορεμένες σκέψεις και τους  περιορισμούς.

Να μπορεί το βλέμμα να φεύγει χωρίς παρεμβολές, να μη σταματάει την πτώση της η θλίψη, πριν ακουμπήσει εντελώς στο πάτωμα.

Με λίγα λόγια θέλω ατόφιο να θες τον ευατό, δίχως νίκες χωρίς υπερβολές και να θυμάσαι, πως ομορφότεροι γίνονται οι άνθρωποι, τις στιγμές που προσπαθούν.


Γιώργος Λεμπέσης

050415

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

ΠΕΤΑ ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ


ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΛΕΜΠΕΣΗΣ

ΠΕΤΑ ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ


 Σ ένα ολοστρόγγυλο διώροφο σπίτι ,φτιαγμένο όλο από σκληρό χαρτί και στολισμένο με δαντέλες και αφράτους φιόγκους , ζούσε η Σοφία που ήταν κόρη ενός μπαμπά και μιας σγουρομάλλας όμορφης μαμάς.  Η μικρή Σοφία πέρναγε τις πιο πολλές ώρες  μέσα στο χάρτινο βασίλειο της, που εκτεινόταν απ’ άκρη σ’ άκρη της σοφίτας του σπιτιού. Εκεί μεγάλωνε πόντο με τον πόντο, βλέποντας τα φανταστικά της μωρουδιακά παιχνίδια να μεταμορφώνονται σε όνειρα κι επιθυμίες.
Ήταν δεν ήταν πέντε χρονών η μικρή νεράιδα , όταν ακριβώς απέναντι απ’ το χάρτινο παράθυρό της, είδε για πρώτη φορά να ανοίγει η πολύχρωμη Σχολή Χορού «Ρήνα Μπαλαρίνα» που περίμενε όλους όσους ήθελαν να μάθουν τα μυστικά αυτών των επίγειων πτήσεων.
«Ε λοιπόν , θα μάθω να χορεύω!» είπε με ενθουσιασμό η μικρή Σοφία τινάζοντας τα τρικυμιώδη σγουρά μαλλιά της. Η αποφασιστικότητα της ξεπέρναγε κατά πολύ την ηλικία της , όμως ποιός διαφωνούσε πως επρόκειτο για ένα πεισματάρικο κορίτσι που είχε αρχίσει από πολύ νωρίς να κάνει όνειρα. Η επόμενη κίνηση της, ήταν να κατρακυλήσει τις χάρτινες σκάλες και να ανακοινώσει την απόφαση της στον μπαμπά και στη μαμά.  Οι δυο τους, την άκουσαν με καμάρι.
«Μαμά και μπαμπά , έχω ένα όνειρο» τους ανακοίνωσε με μάτια πιο λαμπερά κι από διαμάντι. «Θα γίνω χορεύτρια» ολοκλήρωσε και στάθηκε σαν μπαλαρίνα μπροστά τους. Το χαμόγελο των γονιών της πάγωσε, μη ξέροντας αν έπρεπε να χαρούν ή αν έπρεπε να συμβουλέψουν τη μικρή Σοφία για τα αρνητικά, κυρίως του να είσαι καλλιτέχνης. Καθώς το χαμόγελό τους περίμενε μια εντολή να μεγαλώσει ή να εξαφανιστεί, δεκάδες σκέψεις πέρασαν απ το κεφάλι τους. «Οι καιροί είναι δύσκολοι» ήταν η πρώτη σκέψη που ποτέ δεν βρήκε τον δρόμο να γίνει πρόταση και να ακουστεί. «Αυτό δεν είναι επάγγελμα», «το παιδί μας θα μπλέξει», «ίσως θα πρέπει να μετακομίσουμε απέναντι από ένα ιατρείο» ήταν λίγες απ’ τις σκέψεις τους, που απλά στριφογύριζαν στα κεφάλια τους σαν το συμβούλιο των ζώων.  Ωστόσο, πριν καν προλάβουν να αντιδράσουν στο άκουσμα του πρώτου ονείρου της κόρης τους, η μικρή Σοφία  άρχισε να ανυψώνεται αφήνοντας αργά τα πόδια της απ’ το πάτωμα, λες και η βαρύτητα την είχε εγκαταλείψει εντελώς. Είχε φτάσει σχεδόν στο ταβάνι και σαν μπαλόνι συνέχιζε την ανοδική της πορεία.
«Θεέ και Παναγία μου, το παιδί μας πετάει!» αναφώνησε έντρομη η μητέρα της. «Μα πώς είναι δυνατόν, τι της δίνεις και τρώει!» αντέδρασε ψάχνοντας τις ευθύνες ο μπαμπάς! Η Σοφία είχε ακουμπήσει πια το χάρτινο ταβάνι, που φυσικά έπαιρνε το σχήμα του φουντωτού μαλλιού της. «Καλέ, πρέπει να την κατεβάσουμε από εκεί! Θα φύγει απ’ το σπίτι και ποιός την πιάνει μετά» φώναζε η μαμά. Ο μπαμπάς της έτρεξε να φέρει ένα χαρτοσκαλί, μη μπορώντας να πιστέψει στα μάτια του. «Την έπιασα» φώναξε με χαρά και την κατέβασε πάλι στη γη. Οι δυό τους κοψοχολιασμένοι , την αγκάλιασαν και της ζήτησαν να μην το ξανακάνει. «Γλυκό μου Σοφάκι, σε παρακαλώ, μην ξαναπετάξεις..μας τρόμαξες» της έλεγε η μαμά. Η Σοφία όμως είχε γίνει πιο ελαφριά κι απ’ το χάρτινο σπίτι και το μόνο που τους έλεγε ήταν πως θέλει να γίνει χορεύτρια. Κάθε φορά που το έλεγε , το μικρό της σώμα αφηνόταν στον αέρα του σπιτιού σαν αερόστατο που θέλει να το σκάσει απ’ το παράθυρο.
Οι μέρες περνούσαν και η γλυκιά Σοφία συνήθιζε και μάθαινε το σώμα της , που όλο και αλάφραινε κάθε φορά που ονειρευόταν, που όλο και αφηνόταν στον αέρα. Είχε μάθει να ελέγχει απόλυτα τις πτήσεις της μέσα στο σπίτι και οι στροβιλισμοί που έκανε σαν έφτανε στο ταβάνι , θύμιζαν πιρουέτες μπαλαρίνας. Αυτή η ελαφρότητα ωστόσο είχε προβληματίσει πολύ τους γονείς της που καθόλου δε συμφωνούσαν με την ιπτάμενη πορεία της. Κι αν φύγει απ το παράθυρο καμία μέρα.. Κι αν την πάρει ο αέρας? Τι θα γίνει μετά το κοριτσάκι μας? Ρώταγαν ο ένας τον άλλον. Η ανησυχία τους ξεπερνούσε κατά πολύ το μοναδικό ταλέντο της Σοφίας, που δυνάμωνε όσο φανταζόταν τον εαυτό της ως σπουδαία μπαλαρίνα. Ο φόβος τους για το αβέβαιο μέλλον της στους αιθέρες, κάλυπτε κάθε προοπτική για την μικρή μας νεράιδα.
Έτσι, ένα πρωί, και καθώς η Σοφία δοκίμαζε μια διαγώνια τούμπα πάνω απ’ το χάρτινο τραπεζάκι του σαλονιού, εμφανίστηκαν οι γονείς της όλο νάζι και χαρά. «Τι του φέραμε εμείς του κοριτσιού μας?» ρώταγαν την Σοφία τραβώντας της το πόδι «Τι? Τι? Μήπως μια ροζ στολή μπαλέτου?» απορούσε η μικρή. Οι γονείς της την είχαν ήδη κατεβάσει στο πάτωμα και την κράταγαν σταθερά στη γη. Ο μπαμπά της, γεμάτος ενθουσιασμό, ξετύλιξε το μυστηριώδες πακέτο προσφέροντας της με καμάρι. «Είναι ένα βαρίδι!» φώναξε μαζί με την μαμά της. «Πέντε κιλά άμμο σ΄ ένα υπέροχο χάρτινο σακί που δένει πολύ γερά στο ποδαράκι σου!» συνέχιζε την παρουσίαση του δώρου ο μπαμπάς! «Έτσι, δε θα πετάς και θα παραμένεις στη γη, όπως όλα τα παιδάκια!» συμπλήρωσε η μαμά!  Η Σοφία απορούσε με το δώρο και προσπαθούσε να καταλάβει τι το κακό έχει να πετάει μέσα στο σπίτι, τη στιγμή που οι γονείς της έδεναν στο πόδι της αυτό το βαρίδι που της είχαν πάρει για δώρο.                      
Αν και τα πέντε κιλά στο πόδι της μικρής ήταν ένα έξτρα βάρος στο σώμα της , δεν ήταν ικανά να την κρατήσουν σταθερή στη γη. Το όνειρο της ήταν αλώβητο, εκεί, νικώντας καθημερινά τη βαρύτητα , κάνοντας την να πετάει ξανά μέσα στο σπίτι. Οι γονείς της επέμεναν κι όσο η μικρή ανέβαινε ψηλά, τόσο εκείνοι πρόσθεταν βαρίδια στα πόδια της. Πρόσθεταν βαρίδια οι γονείς, αφαιρούσε όνειρα η Σοφία κι όταν το βάρος έγινε ικανό για να κρατάει τη μικρή στη γη, εκείνη είχε συμφιλιωθεί πλήρως με την ιδέα πως οι πτήσεις δεν της ταιριάζουν και πως τα όνειρα πρέπει να γίνονται κάτω από όρους και, φυσικά, με τα πόδια καλά καρφωμένα στη γη.
Τότε ήταν που, οι γονείς της αποφάσισαν πως ήρθε η ώρα να την πάνε στη σχολή χορού . Σίγουροι πια πως δεν πρόκειται να πετάξει και να φύγει μακριά απ’ το σπίτι, άφησαν την δεκάχρονη πια Σοφία έξω απ’ την πολύχρωμη σχολή.
Όταν μπήκε στη σχολή, χωρίς τους γονείς της, την υποδέχτηκε  η ίδια η κυρία Ρήνα Μπαλαρίνα κι άρχισε να την εξετάζει σπιθαμή προς σπιθαμή. «Απίστευτα μαλλιά , γεμάτα μυστήριο και σασπένς» παρατήρησε η κυρία Ρήνα. «Κι αυτά τα μάτια.. αδύνατο να τους ξεφύγει κανείς! Λες και με τη ματιά σου, ορίζεις τον κόσμο μικρή μου!» συνέχιζε τα κολακευτικά σχόλια η δασκάλα. «Νομίζω πως ο Θεός σου είπε όλα τα μυστικά του. Είσαι πλασμένη για να μαγεύεις! Πολύ χρήσιμο για τη σκηνή αυτό» ολοκλήρωσε δείχνοντάς της πως ο χορός την περιμένει, ώσπου το βλέμμα της , σταμάτησε στα καλλίγραμμα πόδια της. «Τι είναι αυτά που σε κρατάνε στη γη?» ρώτησε, μη πιστεύοντας στα μάτια της. «Είναι βαρίδια για να μην πετάω, κυρία» της απάντησε εκείνη «Μα πώς είναι δυνατόν να έρχεσαι εδώ, έχοντας στο πόδια σου βαρίδια?» ρώτησε κάπως θυμωμένη η δασκάλα «Μου τα έβαλαν οι γονείς μου. Μόνο έτσι μου είπαν πως θα με άφηναν να έρθω εδώ» ομολόγησε η μικρή. Η κυρία Ρήνα θύμωσε τόσο πολύ, που σχεδόν κοκκίνισαν τα’ αυτιά της. «Δεν έχεις καμία δουλειά εδώ. Εδώ οι χορεύτριες πρέπει να πετάνε. Όχι να στέκουν σαν κούτσουρα στη γη. Δεν είναι για σένα εδώ.» την αποπήρε, δείχνοντας της την πόρτα. Η Σοφία έσυρε αργά τα πόδια της στην έξοδο και κοίταξε για τελευταία φορά την αγαπημένη της σχολή.
«Μα εγώ μπορούσα να πετάξω.. Αλήθεια σας λέω..» ψιθύρισε, κοιτώντας το πάτωμα μιας και η δασκάλα δεν είχε καμία όρεξη να ασχοληθεί μαζί της.
Όταν έφτασε στο σπίτι , οι γονείς της τη ρώτησαν πώς ήταν η πρώτη μέρα στη σχολή . Εκείνη τους είπε πως την έδιωξαν , γιατί είχε βαρίδια στα πόδια και πως οι χορεύτριες έπρεπε να πετάνε. Οι γονείς της την κοίταξαν και την αγκάλιασαν τρυφερά. «Δεν πειράζει ,Σοφία μου. Ο χορός δεν ήταν για σένα. Εδώ είσαι καλύτερα, ασφαλής και προστατευμένη!» της είπαν, χαϊδεύοντας τα μαλλιά της . Η Σοφία ήταν μπερδεμένη, μα είχε τόση θλίψη που δεν μπορούσε καν να σκεφτεί. Το μόνο που της ήρθε να πει μέσα στη γλυκιά σιωπή, ήταν μία κοφτή και κάπως βραχνή πρόταση. «Το είχα όνειρο να γίνω χορεύτρια.» Τότε, ο μπαμπάς της έσκυψε αργά στα πόδια της μικρής παίρνοντας μια βαθιά ανάσα πριν μιλήσει. «Τα όνειρα είναι επικίνδυνα, Σοφία, και τα φοβάμαι σαν το διάολο» είπε κι έδεσε ακόμα ένα βαρίδι στα πόδια της.

Η Σοφία δεν έγινε ποτέ χορεύτρια. Σταμάτησε να ονειρεύεται κι έμεινε για πάντα καρφωμένη στη γη, δίπλα στους γονείς και στην ασφάλεια του -κατά τ’ άλλα -σπουδαίου , χάρτινου κόσμου της.