Τα παραμύθια , όταν γεννιούνται.. είναι κάπως έτσι.. Χρυσίζουν στην τόση ησυχία κι αναπνέουν στην μεγάλη ανοιχτοσιά..

Κι ύστερα πολλαπλασιάζονται και στέκονται στα ράφια, αναπολώντας το ένα με το άλλο, την εποχή της νιότης τους , τότε που έπεφτε χρυσάφι από παντού.

Έτσι είναι , αλήθεια σας λεω.. δείτε..

Παρασκευή, 2 Νοεμβρίου 2012

Η ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΕΒΛΕΠΕ ΤΟ ΤΕΡΑΣ



"Η ΠΕΤΡΑ ΠΟΥ ΕΒΛΕΠΕ ΤΟ ΤΕΡΑΣ"

                                 
                                        του Γιώργου Δ. Λεμπέση



Είμαι στα όρια να μην πέσω -ένας Θεός ξέρει με τι κουράγιο κρατιέμαι στο χώμα. Με τι ψυχή δεν αφήνω το σώμα μου να φτάσει και πάλι στην αρχή. Πόσα ψέματα να πω στον εαυτό μου για να μην τον δω να σωριάζεται με βάρος χρόνων, στο σκληρό πάτωμα;
Σε βλέπω που μου κουνάς το δάχτυλο. Καιρό τώρα σε παρακολουθώ μέσα από παράθυρα και παραβάν ασφαλείας. Σε διαβάζω με δαγκωμένα τα χείλη σε μια μοντέρνα πλατφόρμα που μοιάζει τώρα τελευταία με ψηφιακό χαράκωμα, γεμάτο πρόσωπα, χρώματα κι εικόνες.
Στην αρχή πήγα να σε συμπαθήσω, σχεδόν να σε συγχωρήσω για τα μεγάλα λάθη. Για τα λευκά ψέματα και για την παιδική σου αφέλεια, που σαν αρρώστια σε χτύπησε όταν ήσουνα 30. Τώρα μεγάλωσες κι είπα να τα αφήσω αυτά στο παρελθόν, να δω με άλλο μάτι το «γιατί» και το «διότι» που μεθυσμένος μου μάθαινες καθώς πλησίαζε ο αιώνας.
Μα έπαψες να με πείθεις κι έτσι σταμάτησα να σε πιστεύω. Σταμάτησα να σε συγχωρώ κι άρχισα στην κόψη της διαδρομής να σε λυπάμαι. Να σε λυπάμαι και να σε μισώ ταυτόχρονα, κι έτσι, πριν πέσω απ την κορφή θέλω να το ξέρεις.
Θυμήσου πώς ήταν η γιορτή. Σκέψου ξανά αυτό το γλέντι που κρατούσε χρόνια μετά την μεταπολίτευση. Ποτά, γυναίκες, λουλούδια και πλαστικά ποτήρια. Γέμιζες την κοιλιά σου μα δε χόρταινες. Τάιζες το τέρας κι αυτό σε έφτυνε στη μούρη, μα εσύ δεν είχες χρόνο για ηττοπάθειες. Αρκετές ενοχές σε είχε ποτίσει η περασμένη εποχή και έτσι αρνιόσουν πεισματικά να δεις τι κάνεις. Παρά μόνο πλούτιζες και έτρωγες μέσα σε άχαρες διαφημίσεις, πάνω σε πίστες άκομψες και σε καλές ειδήσεις. Αυτοπροσδιορισμός για σένα ήταν η τιμή στο πίσω μέρος του σακακιού και ο λογαριασμός στο τέλος ακόμα μιας νύχτας. Το ποιος ήσουν στο έλεγαν οι κάρτες και τα ταρό ενώ το πόσο πλούσιος είχες γίνει το μάθαινες απ τις εγκρίσεις των δανείων. Ματαιόδοξος φαφλατάς, σπουδαίος  κληρονόμος πατέρα καριερίστα, καταπιεσμένος καλλιτέχνης, κροίσος μεροκαματιάρης.
Και τώρα έχεις το θράσος να θες να κατέβω από εκεί που μ’ έβαλες. Να μαζέψω εγώ όλη τη γιορτή, να πλύνω και τα πιάτα. Ψυθιρίζεις με ασχήμια πως φταίω κιόλας που δεν πολεμάω δίπλα σου για να σωθεί ακόμα μια φορά το τομάρι σου. Γιατί όσο κρατούσε η γιορτή, με έστελνες σχολείο, γεμίζοντας το μυαλό μου με ψέματα και επιφανειακές ανακρίβειες, ενισχύοντας αυτή τη μουτζούρα με θεωρίες εργασιακής σιγουριάς, κουτοπονηριάς και έντονης τσαπατσουλιάς. Τότε δεν είχες το χρόνο να παλέψεις, ούτε να με γλιτώσεις απ’ αυτό που θα ‘ρχότανε. Τότε, είχες γεμάτο στομάχι κι εγώ ήμουν μια μικρή πέτρα στο βουνό. Ούτε θεό, ούτε πατρίδα ήξερες, μα ούτε καν ποιος είσαι. Ίσως καμιά φορά ν’ αντικατόπτριζες το τέρας, μα φρόντιζες πάντα να σπας τον καθρέφτη και να κοιτάς αλλού.  Να κρύβεις ό,τι σε έκανε φτωχότερο μέσα σε συνδικαλισμούς και σε φατρίες. Μέχρι και οι εξεγέρσεις σου εξυπηρετούσαν το πρόγραμμα του πιο μεγάλου τέρατος. Μα τώρα που σκαρφάλωσα κι άρχισα να γίνομαι βράχος, βλέπω πιο καθαρά αυτήν την πόλη που άλλοτε με τα ρουθούνια σου τσουρούφλιζες με κάθε ανάσα. Την έχεις κάψει και μου ζητάς να τη ζωγραφίσω ξανά, μετανιωμένος, αλλά και πάλι θρασής. Ούτε συγγνώμη δε βγαίνει απ τη μουσούδα σου μα ψάχνεις για συμμάχους. Να ξαναχτιστεί απ’ την αρχή ό,τι κατέστρεψες με την ελπίδα να παραγραφούν οι αμαρτίες σου. Μόνο η καταστροφή, ακόμα και στη γέννα, σε κάνει να χορταίνεις. Όμως δε σε πιστεύω πια και ούτε θέλω να σε ξέρω. Δεν είμαι τέρας εγώ κι αν θες τη συμβουλή μου, καλύτερα να σωπάσεις και να με αφήσεις να φτιάξω μόνος μου αυτό το σπίτι. Κι αν ακόμα δεν έχεις την αξιοπρέπεια και το θάρρος να αποσυρθείς, τότε κάνε μου μια τελευταία χάρη και μείνε μακριά μου. Άσε με χωρίς παρεμβολές, να διαλέξω μόνος μου κι ελεύθερος σαν πέτρα, το δικό μου αξιοπρεπή θάνατο.                  


 «Αφιερωμένο στα τέρατα της μεταπολίτευσης»

021112

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

ΗΜΙ-ΟΜΟΡΦΟΙ


ΗΜΙ-ΟΜΟΡΦΟΙ
του Γιώργου Δ. Λεμπέση

Λευκό χαρτί . Έτσι λένε για την ψυχή ενός παιδιού, πως είναι λευκό χαρτί , που πάνω  του ζωγραφίζετε ο δρόμος , η μοίρα , τα βήματα του χρόνου. Μέρα με τη μέρα , διαδρομή με τη διαδρομή, το χαρτί γεμίζει. Άλλες φορές με ζωγραφιές , άλλες με μουτζούρες.
Το μόνο σίγουρο είναι , πως δεν έχω ιδέα για το πώς μπορεί να βλέπει ένα παιδί αυτή την πόλη και γενικότερα τη ζωή αυτές τις μέρες.  Ίσως καλύτερα , αντί να πω «δεν έχω ιδέα» να έπρεπε να πω «δεν θυμάμαι». Πάει καιρός από τότε που μπορούσα να δω τον κόσμο αλλιώς κι έτσι κι εγώ όπως και όλοι μας, ξέχασα να τον κοιτάζω στα μάτια , να του θυμώνω , να του γελάω, μα κυρίως, ξέχασα να του λέω την αλήθεια.
Έτσι αποφάσισα , να αφήσω να μου σφίξει το δάχτυλο ένας μπόμπιρας και να με πάει μια βόλτα στην Αθήνα.     
Ανεβαίναμε απ την Ομόνοια προς το Σύνταγμα . Ο δρόμος γεμάτος απορίες για τον μικρό που εύλογα, αναζητούσαν απαντήσεις κι έναν ευφάνταστο τρόπο για να μπουν τα κομμάτια στη θέση τους. Κοίταγε δεξιά κι αριστερά με ένα ξαφνιασμένο και έντονα μοναχικό βλέμμα σαν να έβλεπε κάτι που είχε να δει καιρό. Σαν κάτι που άφησε φωτεινό και άρτιο πριν φύγει και τώρα που γύρισε το βρίσκει ρημαγμένο. Ένα βλέμμα σαν να με ρώταγε «μα πως κάνετε έτσι τον κόσμο» . Ωστόσο σίγουρα η απορία του δεν ήταν αυτή. Αυτό είναι μια ενήλικη ρομαντική και κάπως δραματική προσέγγιση που συνηθίζουμε να κάνουμε μη θέλοντας να απλοποιούμε και να γειώνουμε τις καταστάσεις. Οι ερωτήσεις του ήταν απλές και οι απαντήσεις μου θα έπρεπε ιδεατά, να είναι απόλυτα αληθινές μιας και κάτι τέτοιες στιγμές , κρατάμε το μολύβι και γράφουμε σε αλλουνού χαρτί.
Λίγο πριν , είχαμε περάσει απ την λεωφόρο  3ης Σεπτεμβρίου και φυσικά με ρώτησε τι είχε γίνει τότε. Εύκολη ερώτηση σκέφτηκα.  Του είπα γεμάτος σιγουριά πως εκείνη την μέρα το 1843, οι Έλληνες επαναστατώντας , διεκδίκησαν το πρώτο σύνταγμα της χώρας. Όμως η ερώτηση είχε και συνέχεια , κάτι το οποίο δεν περίμενα και σίγουρα δεν ήμουνα προετοιμασμένος. «Και γιατί δεν γιορτάζουμε την 3η Σεπτεμβρίου,  όπως κάνουμε στις 25 Μαρτίου?» με ρώτησε κάπως θυμωμένα.
 Ήθελα να του πω, πως κάποιοι άνθρωποι δεν θέλουν να θυμόμαστε , να του εξηγήσω τι σημαίνει χρυσώνω το χάπι , να του πω όλη την αλήθεια για τους ξένους προστάτες και για την τεχνική της δωροδοκίας με αντάλλαγμα.  Όμως σκέφτηκα πόσες φορές  του είχα πάρει παγωτό για να μην κλαίει και πόσες ακόμα του είχα υποσχεθεί το λούνα παρκ για να μείνει φρόνιμος. Φοβήθηκα μη καταλάβει την τεχνική μου και έτσι δειλά του απάντησα πως κάποια πράγματα ξεθωριάζουν στον χρόνο και πως ο κόσμος προχωράει μπροστά. Γι αυτό και δεν γιορτάζουμε αυτή την επέτειο. Έτσι του είπα κι εκείνος με κοίταξε έντονα μη μπορώντας να καταλάβω αν με πίστεψε.
Συνεχίσαμε προς τα προπύλαια ενώ δίπλα μας πέρναγαν ομάδες κουκουλοφόρων με καδρόνια και πειρατικές σημαίες , που κατευθύνονταν προς την νομική . Ο μικρός τρόμαξε λίγο απ τη βαβούρα όμως του έγνεψα ενθαρρυντικά  λέγοντας του ότι δε θα μας πειράξουν. Εκείνος με τα φρύδια σουφρωμένα, μου είπε σαν ετυμηγορία τιμωρίας. «Οι πειρατές είναι κακοί . Η αστυνομία θα τους πιάσει και θα τους κλείσει φυλακή» είπε θέλοντας να κρύψει τον φόβο του.  Τότε σκέφτηκα τους πειρατές της ιστορίας κι ήθελα όσο τίποτα να του εξηγήσω πως όλοι είναι μια μεγάλοι παρέα και κανείς δεν πρόκειται να πιάσει κανέναν. Ήθελα να του πω πως οι μεγάλες αυτοκρατορίες και οι μεγάλες θρησκείες χρηματοδοτούσαν κάποτε τους πειρατές για να λεηλατούν προς όφελος τους , διατηρώντας πάντα την παράνομη δράση τους στα μάτια της κοινωνίας. Τον κοίταγα και ήθελα να του πω ακόμα , ότι οι κοινωνίες των ανθρώπων γέννησαν την εξουσία και πως η εξουσία δεν μπορεί να συντηρηθεί χωρίς τον αντικατοπτρισμό ενός εχθρού. Τότε θυμήθηκα πόσες φορές τον είχα αφήσει να με νικήσει στα παιχνίδια που παίζαμε και πόσες φορές ήμουνα ο κακός πειρατής για να έχει κάποιον να νικάει. Χαιρόταν με τη νίκη του και μεγάλωνε ο ηρωισμός του. Δεν ήθελα να του το χαλάσω κι έτσι απάντησα χαζεύοντας τα επεισόδια. Ναι, οι πειρατές είναι οι κακοί..
 Λίγο πιο κάτω , στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη , ο μικρός κοντοστάθηκε τραβώντας το χέρι μου. Νόμιζα πως ήθελε να με ρωτήσει για τον γέρο του Μοριά, μα πάνω που ξεκίνησα να του λέω για τον Έλληνα ήρωα , εκείνος σταμάτησε το βλέμμα του πάνω σε έναν άστεγο που καθόταν σκυθρωπός και κουρασμένος πάνω σε κάτι κουρέλια.   «Τι κάνει εκεί αυτός ο άνθρωπος?» με ρώτησε με απόλυτη παιδικότητα «Είναι άστεγος» του απάντησα και προσπάθησα να του εξηγήσω χωρίς να λερώσω την νεοφερμένη ψυχή του.
Η ώρα πέρναγε και οι ερωτήσεις έμοιαζαν όλο και πιο απειλητικές. Έπρεπε να φύγουμε , άλλωστε πόσες φορές δεν του είχα πει , να μην μιλάει σε αγνώστους.
Με ρώτησε για την αστυνομία , ήθελα να του πω για την αρρώστια της εξουσίας , με ρώτησε για τις διαφημίσεις, ήθελα να του πω για τον κοινό νου, με ρώτησε για την αγένια προσπάθησα να του πω για την παιδία με ρώτησε και για την εκκλησία κι ήθελα να του πω για την διαχείριση των λαών. Δε του είπα τίποτα, παρά του υποσχέθηκα πως θα πάμε στις κούνιες να βρούμε τους φίλους του. Μόνο σε μια τελευταία ερώτηση βρήκα λίγο θάρρος να απαντήσω , μα κι αυτή με υπαινιγμό. «Τελικά οι άνθρωποι είναι όμορφη η άσχημοι?» με ρώτησε καθώς μπαίναμε στο μετρό. Τότε στ αλήθεια ήθελα να του πω , ότι οι άνθρωποι γεννιούνται κακοί, άσχημοι. Έχουν βαριά κληρονομιά απ την ιστορία, γεμάτη αίμα , διαφθορά και πόνο. Πως η μόνη γοητεία που τους κάνει να ομορφαίνουν , είναι αυτή η προσπάθεια τους , να γίνουν από κακοί καλοί. Όμως του απάντησα, κοιτώντας γύρο μου τον κόσμο , πως οι άνθρωποι, σ αυτή τη φάση της ιστορία , είναι ακόμα , ημι -όμορφοι.
Κι έτσι , έκλεισαν οι πόρτες του μετρό φέρνοντας ακόμα πιο κοντά , το σπίτι μας.        
                

Τρίτη, 24 Απριλίου 2012

Η ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ




Η ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ
           του Γιώργου Δ. Λεμπέση

Η αλήθεια είναι πως στη μέχρι τώρα ζωή μου έχω πολλές χαρές, η μεγαλύτερη όλων όμως, χωρίς καμία αμφιβολία, είναι η μητέρα μου. Κυριολεκτώ η πιο όμορφή όλων είναι η Χαρά μου.
Αυτή είναι ο λόγος που όλα γύρω, μου μοιάζουν ζεστά, ο λόγος που τα χρώματα στο σπίτι χορεύουν κάθε που επιστρέφει και φυσικά ο λόγος που ρισκάρω να σας αποκαλύψω το μεγάλο μυστικό. Να καταπατήσω τον όρκο του Επατέλους και να σας πω για τον μικρό μου φόβο που για να είμαι ειλικρινείς, έχει ενοχλήσει κάπως τις υπόλοιπες χαρές μου.

Τον τελευταίο καιρό βλέπετε, ακούω όλο και πιο συχνά από φίλους που έρχονται στο σπίτι, ότι ο χρόνος περνάει γρήγορα και δεν τον προλαβαίνεις. Πως ξαφνικά λέει, ξυπνάς και βλέπεις τη ζωή σου σαν μια πρόταση χαραγμένη πάνω στην πόρτα. Δεν μπορώ να πω με σιγουριά πως έχουν επίγνωση για ότι λένε, γιατί όλες αυτές οι θεωρίες συνοδεύονται πάντα από μεθυστικά ποτά και έντονες εκπνοές που ρίχνουν στα τάρταρα την πίεση. Όπως και να χει όμως δεν μπορώ σε καμία περίπτωση να ρισκάρω και να περιμένω να με βρει ο χρόνος. Κι αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα κι ο φόβος μου. Αν έχουν έστω και λίγο δίκιο σε αυτά που λένε, τότε όλες οι ενοχές περί καταπάτησης του όρκου πρέπει να πάνε περίπατο και να σας θυμίσω την αλήθεια. Κι ο λόγος που φτάνω σε αυτό το σημείο, δεν θυμάμαι αν σας το είπα, είναι η μοναδική Χαρά μου.

Αλλά για να μη σας μπερδεύω, ας πάρουμε τα πράγματα απ την αρχή μήπως και θυμηθείτε, μήπως χωρέσετε να μπείτε όπως παλιά, έτσι σαν νοσταλγία θάλασσας, απ την δαντελένια πορσελάνη της άλλοτε αρωματένιας σας εποχής.

Είμαι η εξαίρετη Άννα, κάτοικος Λυκαββητού, πολίτης Αθηνών και περιχώρων. Εδώ και οχτώ χρόνια ανήκω στον στρατό των Σιρόλων όπως εκατομμύρια παιδιά πάνω στην γη, και έχω δώσει απ το πρώτο κι όλας φως, τον όρκο του Επατέλους. Ο όρκος αυτός είναι ο πιο ιερός όλων σε ολόκληρη τη ζωή ενός ανθρώπου. Όλοι τον δίνουν μα χάνετε για πάντα όταν σπάσει η δαντελένια πορσελάνη. Όχι απλά χάνεται, άλλα σβήνει κι απ την μνήμη μας όλη αυτή η διαδικασία. Για αυτό ίσως σας φαίνονται αλαμπουρνέζικα όσα προσπαθώ να σας πω αλλά δώστε μου λίγο χρόνο ακόμα και θα δείτε.  

Ο Επατέλους είναι ένας όρκος που επί εννέα μήνες βρίσκετε χαραγμένος στην κοιλιά της κάθε μητέρας και οφείλεις να τον μελετήσεις λεπτομερώς. Σημαίνει η απαρχή του τέλους και δεν υπάρχει κανένας άνθρωπος να μην τον έχει δώσει και να μην τον έχει υπερασπιστεί μέχρι δακρύων.
Επειδή όμως δεν έχω πολύ χρόνο να σας θυμίσω όλες τις πτυχές του, θα σας πω μόνο πως μέσα απ αυτόν τον όρκο, οφείλεις να διαχειρίζεσαι να διαφυλάττεις και να επιστρέφεις, τα χαμόγελα των γονιών σου. Ορκίζεσαι με λίγα λόγια , μέχρι να σπάσει αυτή η πορσελάνη, να δουλεύεις σκληρά για την ευτυχία των δημιουργών σου. Απαγορεύετε αυστηρά να τον αποκαλύψεις κι αν χρειαστεί ποτέ να το κάνεις, όπως εγώ, ρισκάρεις να χάσεις για πάντα την δαντελένια πορσελάνη.
Η δαντελένια πορσελάνη είναι η είσοδος που επιτρέπει στο στρατό των Σιρόλων να εισέρχεται με απόλυτη μυστικότητα στην χώρα του Ρωματομπέλο. Είναι ακριβώς αυτό που ακούγεται. Μια δαντέλα από πορσελάνη που έχεις πάντα πάνω σου απ την πρώτη στιγμή που δίνεις τον όρκο του Επατέλους. Είναι η πύλη για την αποστολή, που κάποια στιγμή σπάει και όλα μένουν εκεί. Αυτό που δεν ξέρει κανείς μας, είναι το πότε ακριβώς έρχεται αυτή η στιγμή, γι αυτό και βιάζομαι τόσο.
Και για να μην μπερδεύεστε. Η αποστολή του στρατού των Σιρόλων είναι απλή. Κάθε φορά που ο γονιός που χρεώθηκες έχει κάποιο πρόβλημα, οφείλεις να το εξαφανίσεις για λογαριασμό του. Η λύση βρίσκετε στη χώρα του Ρωματομπέλο και η είσοδος είναι απ την δαντελένια πορσελάνη. Απλό? Ωραία. Τώρα μπορώ να συνεχίσω.

Το Ρωματομπέλο είναι το πιο απίθανο και όμορφο μέρος που μπορεί να πάει κανείς σε όλη του τη ζωή. Κρίμα που μετά το σπάσιμο της δαντέλας δεν το θυμόμαστε κι ακόμα πιο κρίμα είναι που δεν μπορείς να το φωτογραφίσεις.
Περνώντας την πύλη αντικρίζεις μια τεράστια γέφυρα χτισμένη από βαριά πέτρα, λίγα εκατοστά πιο πάνω απ την μεγάλη λίμνη. Δεκατρείς καμάρες στηρίζουν το δρόμο κι αν απλώσεις το χέρι νομίζεις πως θα πετάξεις πάνω απ το νερό. Κάποιες φορές έχει μια πάχνη που σου κάνει παρέα μέχρι να περάσεις τη γέφυρα κι άλλες μια μοναχική λιακάδα που σε ηρεμεί. Ανάλογα τι ώρα θα περάσεις την δαντέλα. Στο τέλος της γέφυρας μια τεράστια μυρτιά σε καλωσορίζει στη χώρα του Ρωματομπέλο. Τα χρώματα των δέντρων τριγύρω είναι τόσο φρέσκα και ζωντανά που στάζουν από παντού μπογιές στο χώμα. Το χορτάρι χορεύει σαν συνεχώς να το ακουμπάει ανθρώπινο χέρι ενώ τα σύννεφα στον ουρανό μοιάζουν γεμάτες λέξεις.
Μικροί πουλάδιοι με αστείες μύτες κυκλοφορούν ανενόχλητοί και δεκάδες γραμμές από ορίζοντες φτιάχνουν καμπύλες και βουνά. Όλα σ αυτή τη χώρα είναι πιο ζωντανά κι απ τη ζωή κι όλες οι λύσεις που μπορεί κανείς να ψάχνει βρίσκονται εκεί.
Όχι κρυμμένες, ούτε σκαρφαλωμένες στα ψηλά. Είναι όλες σωστά βαλμένες μέσα στα αρώματα που πετάνε δίπλα σου.
Είναι απίστευτο το πόσο όμορφα μυρίζει στο Ρωματομπέλο. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσα αρώματα υπάρχουν εκεί. Πάνω από εκατό χιλιάδες, που δεν έχεις ιδέα που μπορούν να σε ταξιδέψουν.
Μόλις φτάσεις στο μεγάλο λιβάδι κι αφού έχεις κουβαλήσει μαζί σου το πρόβλημα του γονιού σου, πρέπει να αρχίσεις να ψάχνεις το κατάλληλο άρωμα που θα σου δώσει την λύση. Τα αρώματα αυτά αιωρούνται πάνω απ το χορτάρι σαν αστραφτερές χρωματόμπαλες. Χιλιάδες τέτοιες χρωματόμπαλες έτοιμες να σκάσουν με ένα απαλό άγγιγμα.
Δεν είναι εύκολο να βρεις το κατάλληλο άρωμα άλλα η όλη διαδικασία είναι διασκεδαστική. Είναι άλλη η φούσκα για τα οικονομικά προβλήματα , άλλη για τα συναισθηματικά και πάει λέγοντας. Η πλάκα σε αυτή τη χώρα είναι ότι κάθε φορά που ψάχνεις στις χρωματόμπαλες για το σωστό άρωμα, γίνεσαι εντελώς χάλια απ τις μπογιές κάτι που αν έβλεπε η μαμά σου, θα προκαλούσε ακόμα έναν λόγο για εξαντλητικό  ψάξιμο. Τι νομίζατε ότι εμείς τα παιδιά δεν έχουμε δουλειά? Πτώμα γυρίζω κάθε βράδυ απ την χώρα του Ρωματομπέλο.
Άλλα έχετε δίκιο, δεν είναι ώρα για γκρίνιες, πρέπει να βιαστώ.
Όταν λοιπόν εντοπίσεις το κατάλληλό άρωμα που έχει την λύση στο πρόβλημα του γονιού, απλώνεις τα χέρια σου και αυτό κάθετε αρχοντικά πάνω τους. Τα τρίβεις καλά καλά ,απλώνεις το άρωμα σε όλο σου το σώμα και είσαι έτοιμος για την επιστροφή.
Αφού χαζέψεις λίγο ακόμα την απέραντή χώρα, καβαλάς την χαμηλή γέφυρα και περνάς ξανά απ την δαντελένια πορσελάνη. Πριν συναντήσεις τον προβληματία γονιό, έχεις φροντίσει να σκορπίσεις παντού αυτό το άρωμα. Επειδή όμως οι μεγάλοι ξεχνάνε να αναπνεύσουν πάνω απ τα μικρά πράγματα, φροντίζεις να αφήσεις μια γερή δόση αρώματος στο σώμα σου. Όλοι οι γονείς έρχονται κρυφά το βράδυ και μας μυρίζουν. Τότε είναι που απελευθερώνετε όλη η μαγεία. Με μια εισπνοή τους , όλα λύνονται. Δεν υπάρχει τίποτα που να μην είναι στη θέση του, δεν υπάρχει τίποτα που να μην είναι εφικτό. Όλα ξεχνιούνται και όλα παγιδεύονται μέσα σε αυτό το άρωμα, που με τόσο κόπο έφερες απ την χώρα του Ρωματομπέλο.
Αυτή είναι με απλά λόγια η διαδικασία της αποστολής του κάθε παιδιού που ανήκει στον στρατό των Σιρόλων και έχει δώσει τον όρκο του Επατέλους.
Γι αυτό και όλοι οι γονείς λένε μεταξύ τους πως όταν βλέπουν τα παιδιά τους όλα λύνονται. Δεν είναι δα και μαθηματικά. Ένα απλό ταξίδι είναι. Μια δουλεία σαν όλες τις άλλες που για την ακρίβεια όλοι την έχετε κάνει.

Άσχετα αν λόγο του όρκου σβήνει απ την μνήμη μας μετά το σπάσιμο της πορσελάνης και δεν μπορείς ποτέ να ξανά πας για να φέρεις τις λύσεις μέσα απ τα αρώματα.
Και εκεί λοιπόν, είναι που αρχίζει το δικό μου πρόβλημα.

Όπως σας είπα και στην αρχή, ποτέ κανείς δεν ξέρει πότε ακριβώς θα σπάσει η δαντελένια πορσελάνη και πλέον δεν θα επιτρέπετε η είσοδος στο Ρωματομπέλο. Ποτέ δεν ξέρεις πότε ο χρόνος θα πάρει απ την μνήνη σου αυτό το μαγικό ταξίδι.
Τα προβλήματα όμως της Χαράς μου δεν τελειώνουν και δεν ξέρω αν θα προλάβω να τα λύσω όλα.
Ίσα ίσα που τον τελευταίο καιρό γίνονται λίγο πιο σύνθετά με αποτέλεσμα να κουράζομε περισσότερο. Και επειδή δεν έχω αδερφοβοηθό , πέφτει όλο το βάρος σε μένα.
Αυτό όμως δεν είναι που με τρομάζει γιατί γι αυτό τον άνθρωπο θα πήγαινα στο Ρωματομπέλο κάθε λεπτό. Ούτε με τρομάζει που τον τελευταίο καιρό έρχονται στο σπίτι μας κι άλλη προβληματικοί μεγάλοι.
Δεν μπορώ να διαχειριστώ με ευκολία όλα τα προβλήματα που μεγαλώνουν απειλητικά ούτε μπορώ να κουβαλήσω τόσο πολύ άρωμα στο σπίτι, άλλα ούτε αυτό με τρομάζει.
Αυτό που με φοβίζει περισσότερο, είναι ο χρόνος που τρέχει. Ο χρόνος που θα προλάβει να μου σπάσει την δαντέλα πριν προλάβω να της δώσω ότι ορκίστηκα. Θα ξυπνήσω μια μέρα χωρίς να μπορώ να μπω στο Ρωματομπέλο, έχοντας ξεχάσει εντελώς τον τρόπο που θα την κάνει να γελάει. Και τότε? Τι θα γίνει μου λες? Όταν καμιά μας δεν θα μπορεί να φέρει αρώματα στο σπίτι.
Γι αυτό αποφάσισα να αποκαλύψω το μυστικό, μήπως έτσι μπορέσουμε μια μέρα, όταν θα έχει σπάσει και η δικιά μου δαντελένια πορσελάνη, να πάμε μαζί σ αυτή τη χώρα, έστω να προσπαθήσουμε να θυμηθούμε μαζί το δρόμο.
Ο λόγος που αποκαλύπτω το μυστικό, είναι για να σου θυμίσω μητέρα, πως αν ποτέ δεν μπορέσουμε να πάμε ξανά στο Ρωματομπέλο, τότε θα πρέπει να κρατήσεις για πάντα κλεισμένο σε μπουκάλι, αυτό το άρωμα που έρχεσαι και κλέβεις τις νύχτες κρυφά. Έτσι με την ανάμνηση αυτή , θα ξεγελάσουμε τον χρόνο και θα γελάμε μαζί όσο τα χρόνια θα γερνούν. Γιατί απλά μητέρα, είσαι ο λόγος να πατάω τους όρκους μου κι είμαι ο λόγος να θυμάσαι να αναπνέεις.       
                         
           

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

ΑΥΡΙΟ



Α Υ Ρ Ι Ο
           του Γιώργου Δ. Λεμπέση 




Όπως πέφτουνε οι σκέψεις λίγα λεπτά πριν κοιμηθείς , έτσι έσταζε κι ο ουρανός εκείνη τη μέρα και η βροχή μονολογούσε.
Το χωριό των τελευταίων ανθρώπων έστεκε σταθερό κι απτόητο πολλούς αιώνες τώρα, κάτω απ όλες τις βροχές κι απ τις χαρές του ήλιου. Άλλαζαν οι άνθρωποι άλλαζαν κι οι δουλείες τους , μα εκείνο το σκοτεινό πρωινό μαζί με τη βροχή , ήρθε και κάθισε πάνω στην κεφαλή, του πιο χαζού, του πιο άσχημου, του πιο διεφθαρμένου, μια τρελή ιδέα.

Οι άνθρωποι αυτού του χωριού , πίστευαν πως ήταν οι τελευταίοι άνθρωποι που θα ζούσαν σε αυτή τη μορφή , πάνω στη γη. Είχαν χρεωθεί απ την ιστορία , να παίξουν στο μεγάλο φινάλε και σαν ήρωες και θύματα μαζί , να δώσουν τη σκυτάλη σε μια νέα ιστορία.
Κανένας δεν επιτρεπόταν να ερωτευτεί , να κάνει παιδιά και με κανέναν τρόπο να φτιάξει τη συνέχεια του δρόμου. Ήταν οι τελευταίοι κι έπρεπε να ναι περήφανοι και συνεπής σ αυτή τη θεϊκή εντολή. Μια εντολή που χε δοθεί δια στόματος θνητού. Που καθιστός στον ωραίο άμβωνα του , μετέφερε όπως έλεγε, την απόφαση του Θεού.
Κι αυτή ακριβώς, ήταν η άρρωστη ιδέα , ενός άσχημου ανθρώπου.

Το χωρίο είχε χρόνια να έρθει σε επαφή με τον υπόλοιπο κόσμο μιας και οι γραμματικοί του εκτελούσαν πιστά τις εντολές του. Κράταγαν φωτιές που έκαιγαν για χρόνια γύρω απ το χωριό κι έτσι κανείς δεν έβγαινε ούτε να δει ούτε να ακούσει τις αλήθειες του νέου κόσμου.

Τον άσχημο άνθρωπο τον έλεγαν Φειδία Σέμπρε. Ένα πολύ συνηθισμένο όνομα που το χαν πολύ στον κόσμο , χωρίς καμία όμως συγγένεια η σχέση με τον υποφαινόμενο, που στο χωριό, φώναζαν Πάτερ. Ήταν πολύ διαβασμένος κι είχε γυρίσει σχεδόν όλο τον κόσμο. Από μικρός όμως θύμωνε και εξοργιζόταν που υπήρχαν κι άλλοι μ αυτό το όνομα κι όταν η οργή του έγινε εξουσία έβαλε σε εφαρμογή το σατανικό σχέδιο του.

Όλο το πρωί στεκόταν πίσω απ το χρωματιστό παράθυρο της εκκλησίας και χάζευε τη βροχή. Μια γούρλωνε τα μάτια ,μια συνοφρυωνόταν στο τσίμπημα μιας ανούσιας σκέψης. Ώρες έβρεχε κι ώρες σκεφτόταν, πως θα μπορούσε να γίνει αυτός, ο μοναδικός κάτοχος του ίδιου του ονόματος του. Πως θα εξαφάνιζε κάθε άλλο Φειδία Σέμπρε από προσώπου γης και μόνος του να χάιδευε τα γένια του έχοντας κληρονομιά αυτή τη σπουδαία μοναδικότητα.  Τρεις ώρες μετά η βροχή σταμάτησε κι είπε να βγει στον κόσμο, η ιδέα του είχε καρφωθεί κι ο τρόπος ήταν απλός και εύκολος , σε μια κοινωνία που είχε την τιμή, να είναι η τελευταία.

Σαράντα πρωινά αργότερα κι αφού όλο το χωρίο παρατηρούσε τόσες μέρες την κατασκευή ενός μικρού άλλα εντυπωσιακού κτιρίου στην άκρη της πλατείας, ο Πάτερ ανακοίνωσε πως την έβδομη μέρα αυτής της εβδομάδας, θέλει όλους τους χωριανούς έξω απ το νέο κτίριο για να τους μιλήσει.
Όλοι συνεπής με την περιέργεια κι υπνωτισμένοι απ τις εντολές του , έκαναν την έβδομη μέρα σημαντική και πλούσια.
Όρθιος πάνω σ ένα βράχο στη δεξιά μεριά του κτιρίου , ο Πάτερ έμοιαζε μεγάλος σταρ. Όλο το χωριό στα πόδια του κι αυτός να ευλογεί το τέλος του καθενός ξεχωριστά. Σαν ένα κάτι τίποτα δηλαδή , σαν μια φωτογραφία. Έτσι έμοιαζαν οι ευλογίες του κάθε φορά. Ξένες , ανούσιες , κενές. Καλύτερα να τους έδινε λίγο μέλι πάρα αυτές τις λέξεις , που ποτέ και σε κανέναν δε χρειάστηκαν. Κι όμως το χωρίο ήταν εκεί , σκυφτό κι ευλαβικό, αντιστεκόταν στην ιδέα του μελιού και ζητωκραύγαζε την ευλογία. Μια ευλογία που γρήγορα έγινε λόγος κι ο λόγος του απόφαση.

«Βλέπετε χωριανοί αυτό το κτίριο που στέκει περήφανα μπροστά σας» Είπε φωναχτά ο Πάτερ «είναι η νέα μας τράπεζα. Η τράπεζα ΑΥΡΙΟ» όλοι απόρησαν τόσο με την παρουσία μιας τράπεζας στο χωρίο τους όσο και με την ονομασία της. Ωστόσο κανείς τους δε ρώτησε, μιας και ο πνευματικός τους πατέρας σίγουρα θα τους εξηγούσε. Κι έτσι κι έγινε.
«Μ αυτή την τράπεζα θα απαλλαχτείτε απ το βάρος και την εύθηνη του αύριο. Θα κοιμάστε ήσυχοι, απολαμβάνοντας χωρίς άγχος την πορεία προς το τέλος σας»
Τα χειροκροτήματα ξέσπασαν και οι ζητωκραυγές έκαναν τον Πάτερ να σταματήσει για λίγο την παρουσίαση του έργου του.
Λίγο μετά τους ανακοίνωσε , πως σε αυτή την τράπεζα θα μπορούν όλοι να εναποθέτουν τα αυριανά τους σχέδια . Μικρά ή μεγάλα. Ότι είχε ο καθένας να κάνει την επόμενη μέρα, θα το κατέθετε στον προσωπικό του λογαριασμό κι έτσι δε θα χρειαζόταν να το κάνει. Φυσικά όποτε ήθελε να πάρει πίσω μια απόφαση ή μια υποχρέωση του θα μπορούσε άλλα αυτό μάλλον ήταν μια φαινομενική ελευθερία του νέου καθεστώτος.

Το επόμενο πρωί είχε δημιουργηθεί ουρά έξω απ την τράπεζα κι ο καθένας έβαζε στο λογαριασμό του ότι είχε σκεφτεί η θελήσει για το αύριο του.
«Να ποτίσω το μποστάνι» , «να διαβάσω ένα βιβλίο» , «να κάνω μια βόλτα στο δάσος» και άλλες πολλές σκέψεις και κινήσεις που ο κάθε χωριανός είχε για τις επόμενες μέρες, τώρα ήταν καλά κλεισμένες σε μια τράπεζα. Ότι υπήρχε στη μέρα του καθενός, ήταν τώρα μια τεράστια αναβολή με ακαθόριστο χρόνο αποπληρωμής και εξαργύρωσης. Όλα τα αύριο, κλεισμένα σε λογαριασμούς κι οι χωρικοί να περιμένουν ήσυχοι το τέλος. Κανείς ποτέ δεν ρώτησε που πήγαιναν τα θέλω τους ούτε και πως θα ήταν οι καινούργιες μέρες χωρίς καμία επιθυμία. Φαινόντουσαν όμως να το απολαμβάνουν γιατί έτσι , έμοιαζε καλοντυμένη η ενοχή  και συχωρεμένη  η τεμπελιά  και η ανία τους.

Ο πάτερ ωστόσο , είχε μαζέψει τόσα αύριο , που αν τα έβαζε ένα, ένα στη σειρά , θα φτιάχνε σίγουρα έναν αιώνα. Όλων των ειδών και όλων των ηλικιών, στοιβαγμένα σε θυρίδες , έτοιμα να αποτελέσουν το επόμενο βήμα του διεστραμμένου σχεδίου του.

Μέσα σε ένα χρόνο είχε καταφέρει να φτιάξει μια λίστα με όλους τους συνονόματους του και να συγκεντρώσει πληροφορίες για το που θα μπορούσε να τους βρει. Μια μέρα λοιπόν, πήρε όλες τις καταθέσεις και έφυγε απ το χωριό. Επισκεπτόταν τις πόλεις κι όλου του κόσμου τα χωριά. Έστηνε το μαγαζάκι του σε κάθε γωνιά που υπήρχαν συμμορίες ανθρώπων κι άρχιζε με τον μοναδικό του τρόπο να καλεί όλους τους προνομιούχους με το όνομα Φειδίας. Έναν, έναν ξεχωριστά τους μάγευε με λόγια κι υποσχέσεις κι αντάλλαζε το όνομα τους με ένα αύριο. Είχε σκοπό να εξαγοράσει όλα τα ίδια ονόματα με όσα αύριο είχε μαζέψει απ τους συγχωριανούς του. «Δεν έχει καμία σημασία το όνομα σας , ούτε και το ποιος είστε μέσα σε μια τόσο μεγάλη αγκαλιά. Θα ζήσετε αιώνια τους έλεγε και είναι απαραίτητο να αγοράζετε «αύριο» .
Προς μεγάλη του έκπληξη όλοι έδιναν το όνομά τους για ένα αύριο και έτσι δεν άργησε να αφανίσει το όνομα Φειδίας Σέμπρε. Μέσα σε έξι μήνες , είχε μείνει ο μοναδικός με αυτό το όνομα. Ο στόχος του είχε επιτευχθεί και η σπουδαιότητα του είχε ξεπεράσει τα όρια της αλαζονείας. Αυτό όμως που δεν περίμενε κι ούτε είχε υπολογίσει μέσα στην τόση παράνοια του , ήταν το γεγονός ότι σιγά , σιγά όλο και περισσότεροι άνθρωποι άρχισαν να τον πλησιάζουν , θέλοντας να ανταλλάξουν το όνομα τους με ένα αύριο απ την τράπεζα του. Και όχι , δεν τους έλεγαν Φειδίες , ούτε Σέμπρε. Είχαν απλά , άσχετα, καθημερινά ονόματα, που όπως του έλεγαν δεν τα χρειαζόντουσαν όσο ένα αύριο.
Ο Πάτερ δεν είχε λόγο να διστάσει. Άρχισε να επεκτείνεται βλέποντας αυτόν τον τρελό χορό που είχε στηθεί γύρο απ την ιδέα του. “Μια χούφτα άνθρωποι που νομίζουν πως είναι οι τελευταίοι , χαρίζουν τα αύριο τους σ αυτούς που νομίζουν ότι θα ζουν για πάντα. Μα τι στο καλό! όλοι αυτοί , δεν έχουν δικά τους αύριο?” Έτσι σκεφτόταν ο πάτερ άλλα δε φαινόταν να σταματάει αυτό το περίεργο εμπόριο. Οι σκέψεις του σύντομα έγίναν στάχτη στο άνεμο και χωρίς κανείς να τον σταματά  αγόραζε ονόματα , πουλώντας όλα τα αύριο που οι συγχωριανοί του είχαν πετάξει.

Μέσα σε ένα χρόνο ο Πάτερ είχε αποκτήσει πάρα πολλά ονόματα  και είχε ξεπουλήσει μέχρι και την πιο μικρή επιθυμία ενός τυχαίου αύριο. «Ήρθε η ώρα να γυρίσω στο χωρίο» σκέφτηκε και πήρε τον δρόμο της επιστροφής χαϊδεύοντας σαν νικητής τα γένια του.                   

Λίγο έξω απ το χωρίο που είχε αφήσει πριν αρκετό καιρό συνάντησε μια γριά. Μαυροντυμένη και με καμπούρα , ήταν σίγουρα η πιο μεγάλη γυναίκα που είχε γνωρίσει μέχρι τώρα. Την ήξερε καλά όχι μόνο για την ηλικία και το αποκρουστικό παρουσιαστικό της , άλλα και γιατί ήταν ή μόνη που δεν είχε καταθέσει κανένα αύριο στην τράπεζα του.
«Ακόμα να πεθάνεις γιαγιά?» της είπε πειράζοντας την
«Αφού δε τρομάζω βλέποντας να μου μιλάει ένας ήδη πεθαμένος, τότε θα αργήσει να έρθει η ώρα μου» του απάντησε εκείνη , κόβοντας του το γέλιο
«Τι θα τα κάνεις τόσα ονόματα μου λες?» Τον ρώτησε με αργή φωνή
«Δεν ξέρω, κάτι θα σκεφτώ, έχω πολύ χρόνο μπροστά μου» της απάντησε εκείνος και συνέχισε προς το χωριό. Η γριά τον κοίταξε λίγο ακόμα και χάθηκε στο δάσος φωνάζοντας του «Μόνο χθες θα βρεις εκεί που πας. Σκονισμένα και γερασμένα χθες έτοιμα να πεθάνουν»

Ο Πάτερ βρέθηκε στο χωρίο μετά από λίγα λεπτά. Σαν να τον έσπρωξαν τα λόγια της γριάς και τάχυνε το βήμα. Παρά τον τρόμο που του χαν προκαλέσει τα λόγια της μπήκε σαν νικητής , καμαρωτός και άνετος. Φούσκωσε το στήθος κι άφησε τα αυτιά του ανοιχτά να υποδεχτούν την αποθέωση. Τη θέση της όμως είχε πάρει μια βαριά σιωπή και μια έντονη μυρωδιά σαπίλας και σκουριάς. Ξεφούσκωσε κι άρχισε να κοιτάει δεξιά κι αριστερά μήπως και καταλάβει που είχαν πάει όλοι. Το χωρίο ήταν ακατάστατο λες και είχε πέσει επιδημία κι οι άνθρωποι του άφαντοι. «Λες να πέθαναν όλοι?» σκέφτηκε φωναχτά ώσπου μια γέρικη φωνή πρόδωσε την κρυψώνα των κατοίκων. Είχαν όλοι κουρνιάσει με μια έντονη παγωμάρα στο βλέμμα, μέσα στην εκκλησία. Όλοι τους φοβισμένοι σχεδόν λιπόθυμοι απ την απραξία, κείτονταν στο πάτωμα παρακαλώντας για λύτρωση. Που είναι το τέλος φώναζαν κι ίσα, ίσα έβγαινε η φωνή τους απ τα αφυδατωμένα στόματα. Οι άντρες κράταγαν τις γυναίκες στην αγκαλιά κι γέροι τις αναμνήσεις και τις ιστορίες σαν πολύτιμο νερό σε εποχή λειψυδρίας.
Ο Πάτερ έγινε αντιληπτός κοιτώντας αυτό το θέαμα κι ο κόσμος άρχισε να αντιδράει όσο μπορούσε, ζητώντας του να τους επιστρέψει τα αύριο τους ή να τους δώσει το τέλος.
Ήταν ανήμποροι ακόμα και να τον μισήσουν. Δεν μπορούσαν να τον εκδικηθούν ούτε να τον τιμωρήσουν. Χωρίς αύριο δεν είχαν καμία επιθυμία και καμία βούληση κάτι που ο Πάτερ ήξερε καλά. Τώρα ζητούσαν ένα τέλος . Αυτό το τέλος που τους υποσχέθηκε ο Θεός τους , ορίζοντας τους μοναδικούς και ευλογημένους φιναλίστες της ανθρώπινης ιστορίας. Άλλοι, μόλις τον είδαν , προσπάθησαν να ζητήσουν τα αύριο τους πίσω μήπως και καταφέρουν να ζήσουν λίγο ακόμα , όμως εκείνος τα είχε πουλήσει όλα. «Δεν έχω ούτε ένα» τους είπε και έκλεισε την πόρτα της εκκλησίας ρίχνοντας ένα βαρύ ξύλο να την φρακάρει.
Ο πάτερ τυφλωμένος ακόμα από όλα τα ονόματα που είχε στην κατοχή του, σκέφτηκε να λυτρώσει τους συγχωριανούς του σαν Θεός, χαρίζοντας τους αυτό το τέλος που τόσο καλά είχε προσαρμόσει στη ματαιοδοξία τους.  «Σας απελευθερώνω» είπε φωναχτά και έκαψε την εκκλησία. Άλλωστε ούτε στο θάνατο τους δεν είχαν δικαίωμα οι κάτοικοι του χωριού.
Ο Φειδίας για άλλη μια φορά νιώθοντας νικητής αποφάσισε να γυρίσει στην πόλη , έχοντας πάνω του όλα τα ονόματα των ανθρώπων.
Στη μέση του δάσους συνάντησε ξανά τη γριά μα έκανε να την προσπεράσει. Λίγα μέτρα μπροστά του , εκείνη εμφανίστηκε ξανά και του κόψε το δρόμο. «που πας πάλι?» τον ρώτησε κοιτώντας τον στα μάτια «πάω στην πόλη» της απάντησε κοφτά «έχω μαζέψει τόσα ονόματα που μπορώ να κάνω ότι θέλω» «Τίποτα δεν μπορείς να κάνεις. Έκαψες ένα χωρίο γιατί σου έδωσαν όλα τους τα σχέδια και τώρα σε ποιους πας να τα πουλήσεις? Σ αυτούς που δεν μπορείς καν να φωνάξεις? Πως θα τους φωνάξεις? Με τι ονόματα?»
«Τους έδωσα αύριο , τους έδωσα ότι δεν ήθελαν οι άλλοι, θα με λατρέψουν όταν φτάσω κι όσο για τα ονόματα, δε φάνηκαν να τα εκτιμούν και πολύ» της απάντησε με έπαρση ο Πάτερ
«Τους έδωσες αύριο ναι, άλλα όχι τα δικά τους, δε τους χωράνε, δεν τους ταιριάζουν. Κι αυτό δεν πρόκειται να  στο συγχωρήσουν ποτέ» Τότε δε μίλησε κανείς, μόνο ο αέρας ανάμεσα στα δέντρα που συνέχιζε να υπάρχει όπως υπήρχε πάντα. «Καλύτερα να μείνεις για πάντα μαζί μου σ αυτό το δάσος» είπε η γριά σπάζοντας τη σιωπή «γιατί δεν είσαι δαίμονας άλλα ούτε Θεός γιε μου. Ένας άσχημος άνθρωπος είσαι που προσπαθείς να πεθάνεις…  Απλά ένας άσχημος άνθρωπος..»

060911                              

                
   

           

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Η ΜΠΟΥΤΙΤΣΑ


Η ΜΠΟΥΤΙΤΣΑ
       του Γιώργου Δ. Λεμπέση



-Μια φορά κι έναν καιρό …

-Έ , ε , τι λέθ ? τι μια φορά κι έναν καιρό , που δειθ θτον μεθαίωνα ? εγώ θα θου πω. Θταμάτα κι άκου..

- αμάν πια , κάθε φορά με σταματάς και με  μειώνεις, εγώ πρέπει να σου πω το παραμύθι όχι εσύ. Όλο με διορθώνεις και κάνεις του κεφαλιού σου.

- Δε πειράδει , έτθει θα κοιμηθείς καλύτερα κι εγώ θα θε φυλάω

- Μα εγώ πρέπει να σε φυλάω , αυτή είναι η δουλειά μου , σταμάτα πια να με υποβιβάζεις γιατί  θα πάω να μείνω κοντά στο πλυντήριο στο λεω..

- Μμμ Θκαθίλα μου , να πας..

  
Αυτό γινόταν κάθε βράδυ. Ένας ατελείωτος τσακωμός και μια ασταμάτητη διαμάχη που κράταγε ώρες μέσα στο παιδικό δωμάτιο της Μελίνας.
Εκείνη , μοναχοκόρη , στρουμπουλή και έξυπνη κι εκείνος αρρενωπός γοητευτικός με γλυκιά φωνή, να φωτίζει κάθε μικρή λεπτομέρεια της πεντάχρονης ζωής της.
Θα αναρωτιέστε φυσικά ποιος είναι αυτός ο νεαρός που καληνυχτίζει με παραμύθια την μικρή Μελίνα. Μα για δείτε βαθιά και σταθερά μέσα στο φως κι αμέσως θα θυμηθείτε. Είναι ο ένας και μοναδικός , Φωτάκης. Αυτός που πάντα είναι εκεί , σκοπός και φύλακας την ώρα που κοιμάσαι,  κοντά στην μισόκλειστή πόρτα του κάθε παιδικού δωματίου. Έτοιμος σαν ήρωας να φανερώσει στον τρομαγμένο υπνιστή, πως το δωμάτιο είναι ακόμα στη θέση του και η μαμά επίσης στη δικιά της.

Ο Φωτάκης , ήταν δίπλα στο κρεβάτι της Μελίνας από τότε που εκείνη ήταν μωρό. Κάθε φορά που η μαμά της την σκέπαζε  μ ένα φιλί , εκείνος έμενε πιστός και ξάγρυπνος φρουρός, μέχρι η μικρή να ξυπνήσει και πάλι. Όταν δεν την έπαιρνε ο ύπνος της έλεγε ιστορίες μέχρι να κοιμηθεί, κι όταν καμία φορά πεταγόταν τρομαγμένη, την καθησύχαζε με γνώριμες φιγούρες. Αυτοί οι δύο ήταν αχώριστοι και πάρα πολύ δεμένοι , μέχρι την στιγμή που η Μελίνα άρχισε να μιλάει και να παίρνει πρωτοβουλίες.
Όλο ήθελε να επεμβαίνει στις ιστορίες του Φωτάκι και να τις αλλάζει. Δε σας κρύβω δε , πως μερικές φορές τον έσβηνε , έτσι για καπρίτσιο, και κοιμόταν μαζί με την μαμά της στο υπέρδιπλο κρεβάτι με τα καφετί σεντόνια και τα τέσσερα μαξιλάρια. Ο Φωτάκης είχε αρχίσει να στεναχωριέται με την συμπεριφορά της Μελίνας , μα όσο κι αν την έβλεπε να μεγαλώνει , εκείνος παρέμενε πιστός στον εκ γενετής προορισμό του. Σταθερός , ακίνητος κι ηρωικός, όσο τουλάχιστον άντεχε τις προσβολές και την απόσταση της Μελίνας .

Ένα βράδυ , σφηνωμένο στις αρχές του καλοκαιριού, η Μελίνα διαπίστωσε μια τρομακτική συνομωσία εναντίον της , που έθετε σε κίνδυνο την ίδια της τη ζωή – ή τουλάχιστόν έτσι πίστευε εκείνη.
Η μικρή όπως καταλάβατε , είχε ένα δικό της  τρόπο που επέλεγε να αρθρώνει τις λέξεις, αφαιρώντας από μέσα τους το «σ». Αυτό όμως την έκανε ακόμα πιο γλυκιά και ποθητή που από ένα σημείο και μετά άρχισε να χάνει τον έλεγχο αυτής της ιδιαιτερότητας. Λέγοντας τις λέξεις με «θ» όλο και περισσότεροι φίλοι της μαμάς της εξέφραζαν της τρομακτική επιθυμία να την φάνε. Σε κάθε της πρόταση συνοδευόταν ο αντίλογος σε μορφή «ώχου μωρέ την μπουτίτσα μου που θα την κάνω μια χαψιά» ή ακόμα «τι λες μωρέ στρουμπούλο που θα σε φαω στο λεπτό» με αποκορύφωμα το «θα το φαω εγώ το μωρό μου θα το φαω»
Όλες αυτές οι απειλές είχαν αρχίσει να ενοχλούν και να τρομάζουν την μπουτίτσα (έτσι την έλεγαν από μικρή) και κάτι έπρεπε να κάνει για να γλιτώσει. Η συνομωσία όλο και μεγάλωνε μιας και όσοι έμπαιναν στο σπίτι τους, ήθελαν να την φάνε και το δήλωναν έτσι απλά, απροκάλυπτα και χωρίς κανέναν ενδοιασμό.
Η Μελίνα σκέφτηκε πως ο μόνος πραγματικός σύμμαχός της θα ήταν ο Φωτάκης, που είχε αγνοήσει τον τελευταίο καιρό κι έτσι τον πλησίασε με βλέμμα μετανιωμένου πιγκουίνου.

- Φωτάκι γεια θου, εγώ είμαι , η μπουτίτθα. Με ξέχαθεθ? Ε Φωτάκι ξθύπνα , κινδυνεύω θου λεω.

Τίποτα όμως , ο Φωτάκις εκείνο το βράδυ δεν έλεγε να ανάψει. Σαν να της κράταγε μούτρα για όλες τις προσβολές και την απαξίωση που είχε δεχτεί, κράταγε το φως του ερμητικά κλειστό.
Ήταν η ώρα για ύπνο και η μαμά της δεν ξέχναγε να της το θυμίζει κάθε δώδεκα δευτερόλεπτα.
Η Μελίνα προσπαθούσε να κερδίσει χρόνο λέγοντας πως δεν νυστάζει , φοβούμενη μια ξαφνική επίθεση με σκοπό το φάγωμα της. Είχε μόλις διαπιστώσει την ελεεινή συνομωσία και δεν εμπιστευόταν κανέναν. Ούτε στο κρεβάτι της μητέρας της δεν μπορούσε να απευθυνθεί γιατί η περισσότερες απειλές φαγώματος, προέρχονταν από εκείνη. Τι τους είχε πιάσει όλους εκείνο το βράδυ, αφού είχαν μόλις φαει δυο πίτσες με πεπερόνι και ατζούγιες. Πόσο αχόρταγοι πια?

Η μπουτίτσα , σκέφτηκε μέσα στην απελπισία της να κερδίσει κι άλλο χρόνο και έτσι ζήτησε απ την παρέα των Μελινοφάγων να της φέρουν τις αγαπημένες της καραμέλες τουρσί. Τι ήθελε να το πει αυτό , αμέσως οι απειλές έγιναν ακόμα πιο έντονες κι όλο τα χέρια τους απλώνονταν απειλητικά στο στρουμπουλό της κορμάκι.



Αμέσως έτρεξε ξανά στον Φωτάκη προσπαθώντας να τον ξυπνήσει. Ήταν ο ήρωάς της , αυτός που τόσο χρόνια την προστάτευε από όποια υπαρκτή ή φανταστική απειλή. Αυτός που μες στις νύχτες έστεκε με μια απαλή ανάσα κοντά της κι έκανε τα όνειρα της ασφαλή και μυρωδάτα. Που ήταν τώρα ο μοναδικός της φίλος , τώρα που τον χρειαζόταν πιο πολύ από ποτέ.

Τα μάτια της άρχισαν να την προδίδουν κι ο ύπνος την πλησίαζε σιγά, σιγά σαν μοναχικό γεράκι που βολτάρει με τα φτερά του ορθάνοιχτα πάνω απ τις φωλιές. Δε θα άντεχε πολύ ακόμα ξύπνια μα δεν γινόταν να κοιμηθεί χωρίς προστασία. Δεν ήθελε να φαγωθεί ούτε να πέσει θύμα της απέραντης νοστιμιάς της. Δεν προλάβαινε να διορθώσει το «σ» της ούτε να δυναμώσει τόσο ώστε να κατατροπώσει τους Μελινοφάγους. Η μόνη της σωτηρία ήταν ο Φωτάκης μα τον είχε απαρνηθεί τόσες φορές που είχε αρχίσει να αμφιβάλει αν θα της ξαναμίλαγε ποτέ.
Σκεφτόταν όλα αυτά τα βράδια που εκείνος προσπαθούσε να της πει ένα παραμύθι με τον δικό του ξεπερασμένο τρόπο , ή όλες εκείνες τις φορές που τον ξέχασε σβηστό και μόνο , διαλέγοντας κάποιο άλλο κρεβάτι. Όσο μεγάλωνε τόσο τον ξέχναγε κι αυτό όπως φαίνετε τον είχε πειράξει πολύ. Ή μήπως τον είχε κάνει να γεράσει πριν την ώρα του και να εγκαταλείψει, με την άδεια της μπουτίτσας, την αποστολή του.
Αυτά σκεφτόταν η Μελίνα , κοιτάζοντας τον σε πλάγια θέση ξαπλωμένη στο παιδικό της κρεβάτι. Είχε ακουμπήσει το μικρό της χεράκι στο διακόπτη του και του ψιθύριζε με όση δύναμη της είχε απομείνει , συγγνώμη. Του λέγε λίγο πριν αφεθεί στους φόβους εκείνης την νύχτας, πως δε θα ξεχάσει ποτέ πόσο πολύ την βοήθησε να μεγαλώσει, πως θα θυμάται σε κάθε δαγκωματιά πως εκείνος της έδειχνε κάθε βράδυ το δρόμο και πως αν γλίτωνε τελικά απ το αποψινό φάγωμα, θα τον κράταγε για πάντα μαζί της.
Αυτά κι άλλα τόσα με άπειρα «θ» στη θέση του «σ» έκαναν την Μελίνα να κοιμηθεί έχοντας αγκαλιά τον συγκινημένο Φωτάκη. Οι φωνές της παρέας όλο και έσβηνάν και το φιλί της μητέρας, έκλεισε την αυλαία.
«Καληνύχτα μπουτίτσα μου» ήταν η τελευταία φράση που πέρασε απ τα μικροσκοπικά της αυτιά, μη ξέροντας πως θα την βρει η καινούργια μέρα.
Μια μέρα που δε θα της αποκάλυπτε ποτέ , πως ο μικρός Φωτάκης , σαν γνήσιος ήρωας τρεμόπαιξε στην αγκαλιά της λέγοντας : «όσο μεγαλώνεις , θα μαι κοντά σου σαν φως για να θυμάσαι , πως κανείς δε σε φαει. Συνέχυσε να μιλάς με το δικό σου τρόποι κι όλοι αυτοί θα ναι για πάντα άγγελοι στους δρόμους και στους γυρισμούς σου. Καληνύχτα Μελίνα , δε με χρειάζεσαι πια. Καληνύχτα.»                                                            

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

Η ΠΡΩΤΗ "ΠΤΗΣΗ"



Η ΠΡΩΤΗ «ΠΤΗΣΗ»
              του Γιώργου Δ. Λεμπέση


Ξαφνικά σιωπή… Μια αόρατη μοίρα που μαγνητίζει ενέργειες , ήταν πια έτοιμη να βγει στη σκηνή. Όλοι οι μεγάλοι πατέρες είχαν συγκεντρωθεί και περίμεναν ανήσυχοι την εντολή του μέγα σκηνοθέτη, που διαλέγει μόνος τις στιγμές της κάθε πράξης.
Εγώ ήμουν εκεί. Έτοιμη να βγω για πρώτη φορά. Προορισμένη και κατασκευασμένη γι αυτή τη στιγμή, ευχόμουν η τύχη, να με κάνει να καταφέρω να φτάσω μέχρι το τέλος. Δεν ήξερα τι θα δω ούτε πόσο χαμηλά μπορώ να φτάσω. Ήξερα όμως πως αυτό το ταξίδι ήταν δικό μου. Είχα εκλεχθεί απ΄ την ιστορία του κόσμου, να είμαι η πρώτη που θα έβγαινε αυτή τη φορά. Η πρώτη που θα άγγιζε την μυρωδιά του αέρα, σαν προπομπός ευχάριστης είδησης κι η πρώτη που θα ανέβαινε ξανά σε τούτη τη σιωπή , σαν γυρισμός ξενιτεμένου.

Πριν προλάβω να ξεκλέψω μια ματιά σ ότι υπήρχε εκεί έξω, η απόφαση είχε παρθεί. Έπρεπε να βγω. Η εντολή στα μικροσκοπικά μου αυτιά , δόθηκε μ ένα θόρυβο σαν να ταρακουνιόταν ολόκληρος ο ουρανός και με μια λάμψη τόσο ντροπαλή που ούτε να την κοιτάξεις δεν προλαβαίνεις.
Με μια χορευτική φιγούρα βρέθηκα στο κενό. Στο απόλυτο κενό που σε βαραίνει τόσο , λες κι έχεις στο σώμα σου σακιά και δεν μπορείς να επιστρέψεις. Πτώση κι η γη όλο και πιο κοντά. Πτώση κι ουρανός να σε χαζεύει.

Το ταξίδι είχε ξεκινήσει κι ο αέρας ήδη είχε αρχίσει να μου γρατζουνάει τα μάγουλα. Είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου  κι όσα καλά κι αν ήμουν προετοιμασμένη γι αυτήν μου την μύηση, δεν κατάφερα να υπολογίσω πόση ώρα θα διαρκούσε ο δρόμος. Το μόνο που μ ένοιαζε ήταν να φτάσω στο μηδέν. Στο απόλυτο τέλος, αυτό που ο μύθος θέλει να μοιάζει με λύτρωση με πένθος και με γέννα. Ήθελά όσο τίποτα να φτάσω εκείνη τη στιγμή.
Είχα ακούσει να λένε μέσα στην υγρασία, πως την ώρα που ξυπνάει η καινούργια μέρα στον κόσμο που υπάρχεις ανθίζει μόνο μια στιγμή , που σαν να νυχτώνει μοιάζει. Είναι αυτή η ερωτική συνύπαρξη της αρχής και του τέλους που γεννιέται στη ζωή σου δυο φορές. Όταν αρχίζεις κι όταν τελειώνεις τη διαδρομή. Εγώ ήμουν σίγουρη πως αν το δεις και το ζητήσεις, γεννιέται περισσότερες φορές κι αυτό ήθελα ενδόμυχα να αποδείξω , όποια κι αν ήταν η μοίρα μου. Άλλωστε ήμουν μόλις στην αρχή και δεν είχα περιθώρια απαισιοδοξίας.                      

Μέσα σε ποικίλες σκέψεις και έντονα συναισθήματα φόβου και θαυμασμού, άρχισα να μπαίνω όλο και πιο βαθιά στο ρόλο που είχα εκλεχθεί να παίξω. Δεν έπρεπε για κανέναν λόγο να κοιτάξω πίσω όσο κι αν το μπροστά ήταν ακόμα άγνωστο. Φούσκωσα λίγο ακόμα από αέρα και η ταχύτητα των στιγμών όλο και γρηγόρευε. Στην αρχή ήμουν μόνη. Εγώ και το μεγάλο φως, αυτό που σε μπερδεύει καμιά φορά και δεν γνωρίζεις αν τελείωσες ή αν μόλις άρχισες. Λίγες στιγμές μετά , το ταξίδι μου άρχισε να αποκτά άλλη μορφή. Όλο και περισσότεροι έμπαιναν στη σκηνή κι όλο η αγωνία να προλάβω πριν με φτάσουν οι αδερφές μου μεγάλωνε. Έπρεπε βλέπεις να κρατήσω την πρωτιά μέσα σε τόσο ανταγωνισμό και να κρατήσω τα μάτια μου στον στόχο.

Ένα ατέλειωτο κοπάδι με πουλιά φάνηκε στην πορεία μου και στάθηκα λίγο να χαζέψω αυτό το πολύχρωμο φευγιό. Ανήσυχοι ήταν οι όρνιθες γεμάτες αγωνία. Σαν κάτι να χαν χάσει κι αν το έβρισκαν μάλλον δε θα ήταν για καλό.
Ακούμπησα σ ένα απ τα φτερά τους θέλοντας να μάθω τι συμβαίνει.
Εκείνες θυμωμένες γκάριζαν «Που που που που.. ναι αυτός που μας εκκάλεσε, που που που που.. σε πιο μέρος βόσκει…» και ύστερα μου απάντησαν πως ψάχνουν λεει κάποιον Αριστοφάνη να τον εκδικηθούν. Χιλιάδες χρόνια τώρα τον ζητάνε στον ουρανό, μα δεν έχει κάνει να φανεί. «Γιατί να τον εκδικηθείτε?» Ρώτησα ξαπλωμένη στη ράχη ενός στρουμπουλού όρνιθα. «ααα.. προδοθήκαμε πάθαμε ανόσια , καταπάτησε νόμους αρχαίους και τους όρκους τον όρνιων επρόδωσε..» , απάντησαν όλες μαζί σαν μουσική και χορός που βγαίνουν αγκαζέ στη σκηνή. «δυο χιλιάδες καιρούς κουραστήκαμε, ο κόσμος ποτέ δεν αλλάζει… πότε θ ανέβούν καινούργιες λέξεις στο σανίδι , ιδέες δεν έχουν πια οι άνθρωποι ..?»

Είχα στα αλήθεια πολύ όρεξη να συνεχίσω την κουβέντα μαζί τους και μάλιστα να βοηθήσω στη εύρεση αυτού του Αριστοφάνη, όμως είχα μια αποστολή και το δικό μου έργο, έπρεπε να φτάσει μέχρι το τέλος.
Πήδηξα αποχαιρετώντας τα πουλιά και συνέχισα προς τον κόσμο.

Όσο πέρναγε η ώρα , ακούστηκε ξοπίσω μου άλλη μια τρανταχτή βοή, όπως και αυτή που σήμανε όταν βγήκα πριν από λίγο. Τότε κατάλαβα πως άρχιζαν να ζεσταίνονται κι οι άλλες αδερφές μου κι ότι πολύ σύντομα δε θα ήμουν μόνη σ αυτό το ταξίδι. Άσε που υπήρχε πάντα κίνδυνος να με προσπεράσει καμιά πιο γρήγορη και πιο γεροδεμένη. Έβαλα κάτω το κεφάλι κι έκανα την αεροδυναμική μου να μοιάζει με οβίδα. Συνέχιζα να κατεβαίνω, όλο και πιο κοντά στον κόσμο μα πάντα μέσα στο ρόλο μου, πάντα πιστή στην εντολή μου.

Ξαφνικά , μέσα στον δυνατό αέρα, είδα απ τα δεξιά μου, να έρχεται με φόρα ένα τρένο , σαν φάντασμα με μια μεγάλη σιδερένια μύτη και πολύ καπνό. Πριν προλάβω να αντιληφθώ και να το αποφύγω , βρέθηκα πάνω στην σκεπή του πρώτου βαγονιού. Είχε τζαμένια οροφή κι όλα φαινόντουσαν καθαρά. Όμως δεν είχα χρόνο για χάζι ούτε και ήξερα ποιοι ήταν όλοι αυτοί μες στα βαγόνια. Το μόνο που καταλάβαινα είναι πως η πορεία του τρένου ήταν εντελώς αντίθετη με τη δικιά μου. Σχεδόν την έκοβε στην μέση γι αυτό κι έπρεπε να ξεφύγω. Άρχισα λοιπόν να πηδάω με κάθε ρίσκο , από βαγόνι σε βαγόνι. Από τζαμένια σκεπή σε τζαμένια σκεπή μέχρι να φτάσω στο τέλος του τρένου και να συνεχίσω. Μέσα του έριχνα κλεφτές ματιές μήπως και γεμίσω με εικόνες την ολοκαίνουργια ζωή μου, καθώς το τρένο έσχιζε τον αέρα.  Είδα παράξενους ανθρώπους και πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους. Είδα ένα κύριο φαλακρό με λεπτά στρογγυλά γυαλιά να μιλάει σ έναν ψηλό τύπο με σηκωμένο μαλλί, αστραφτερά ρούχα και ψηλό γιακά. Και μια κυρία με υπέροχη μύτη που σκάλιζε το τραπεζάκι του βαγονιού δείχνοντας να βαριετέ τα πειράγματα κάποιου μουσάτου με χιτώνα και σανδάλια. Δεν ήξερα ποιοι ήτανε όλοι αυτή ούτε πόσο καιρό τριγύριζαν μέσα στον ουρανό , καταλάβαινα όμως πως ήταν πολύ σημαντικοί και όμοιοι μ αυτούς που σε λίγο θα συναντούσα.
Μέσα σ αυτές τις σκέψεις, βρέθηκα χωρίς να το αντιληφθώ στο τελευταίο βαγόνι. Στάθηκα στην άκρη της λαμαρίνας , τους ευχήθηκα καλή συνέχεια ξέροντας πως κανείς δε με ακούει και βούτηξα πάλι στο δικό μου κενό.

Ο τρίτος θόρυβος που έκανε τον ουρανό να τραντάζετε ήταν το σύνθημα ότι οι αδερφές μου είχαν μόλις ξεκινήσει το ταξίδι και ξοπίσω μου έτρεχαν σαν τις λυσσασμένες όρνιθες που είχα συναντήσει στην αρχή. Σίγουρα ήθελαν την πρωτιά όσο όμοιες μου κι αν ήταν. Εγώ όμως απολάμβανα την πτώση κι αφηνόμουνα γλυκά σ αυτή την εμπειρία. Ήθελα να κάνω την πορεία προς το τέλος γνώση και το πένθος της λύτρωση. Συνέχισα να πέφτω, μπαίνοντας ακόμα πιο βαθιά στο ρόλο μου. Δεν θα με έφταναν οι αδερφές μου και σίγουρα δεν υπήρχε τίποτα να πάει στραβά στο καθοδικό μου ταξίδι.

Πριν προλάβω να ολοκληρώσω αυτή τη σκέψη έπεσα με φόρα πάνω σ ένα τεράστιο μεταλλικό πουλί με μεγάλα σιδερένια φτερά και πολλά πολλά τζαμάκια σαν κι αυτά που είχε στη σκεπή του το τρένο. Κύλησα ανήμπορη προσπαθώντας να κρατηθώ από κάτι προς την κυρτή επιφάνια του σιδερένιου πουλιού. Ήταν αδύνατον να κρατηθώ , έτρεχε με μεγάλη ταχύτητα και τα κομμάτια μου άρχισαν ένα ένα να σπάνε. Τσούλησα προς τα κάτω και βρέθηκα σ ένα τζαμάκι που μπορούσα να δω μέσα του. Ένα μικρό παιδί με είδε να παλεύω με την ταχύτητα και μάλλον ένιωσε την αγωνία μου. Αισθανόμουν πως θα διαλυθώ εντελώς και πως ο κόσμος δε θα μου δώσει το πολυπόθητο μπράβο με τη λήξη της αποστολής μου. Είχα και τον φόβο πως οι αδερφές μου θα με προφτάσουν βλέποντας με να παλεύω να ξεκολλήσω απ αυτό το τζάμι.
Κοίταξα ψηλά κι οι φόβοι μου ήταν όλοι εκεί. Οι αδερφές μου όντως με είχαν πλησιάσει και το σώμα μου σιγά σιγά κομματιαζόταν. Ήθελα να κάνω την προσευχή μου και να ζητήσω συγγνώμη απ τους μεγάλους πατέρες που δεν τα κατάφερα, ώσπου αυτό το μικρό παιδί που βρισκόταν μέσα στο πουλί άρχισε να χτυπάει το τζάμι με μανία. Σαν να ήθελε να με διώξει , να με αφυπνίσει ή να με βοηθήσει να συνεχίσω έμοιαζε. Όποιες όμως κι αν ήταν οι προθέσεις του, για μένα μεταφράστηκαν σαν θαύμα, σαν να μου έκλεινε το μάτι ο μεγάλος σκηνοθέτης λέγοντας μου , «Φτάσ’ τo μέχρι το τέλος, δώσ’ μου μια καλή ανατροπή».
Αυτό ήταν , κατάφερα να ξεκολλήσω απ το μεγάλο πουλί και συνέχισα χωρίς τίποτα να με νοιάζει. Μια απ τις αδερφές μου είχε σχεδόν ακουμπήσει το σώμα μου άλλα η μανία της να με προσπεράσει την έκανε να διαλυθεί σε χιλιάδες κομμάτια που χάθηκαν πίσω στον αέρα.

Εγώ έφτανα προς το τέλος. Λίγες στιγμές είχανε μείνει για το μεγάλο φινάλε κι η πόλη φαινόταν πλέον καθαρά. Σε λίγο θα έβλεπα και τους ανθρώπους κι αν ήμουν τυχερή θα έβλεπα και την καινούργια γέννηση μου.
Η ταχύτητα μου ήταν τώρα μεγάλη και η πορεία μου ευθεία. Δίπλα μου σαν καλωσόρισμα βούτηξε ένα φιλικό σπουργίτι που μου έδωσε τις τελευταίες οδηγίες για την είσοδο μου. «Τους ξέρω καλά τους ανθρώπους» μου είπε σε κατακόρυφη κλήση «Μην τους τα δώσεις ποτέ όλα , δε θα στο συγχωρήσουν ποτέ» Λίγα δευτερόλεπτα ακόμα και θα μουν εκεί.
Έκλεισα τα μάτια κι απόλαυσα το τέλος του ταξιδιού πέφτοντας με φόρα σε  ένα γυναικείο μάγουλο που καθόταν μ ένα βιβλίο σ ένα παγκάκι στο πάρκο της πόλης. Η φωνή της με το που διαλύθηκα στο δέρμα της ήταν για μένα η λύτρωση, η γέννα. Χιλιάδες χειροκροτήματα στο τέλος της παράστασης , σαν αγκαλιά στην ψυχή μετά την αυτοτιμωρία.
Τρεις λέξεις της ήταν η επιβεβαιώσει ότι τα κατάφερα. «Μάλλον θα βρέξει» είπε η γυναίκα και τότε άρχισα να κοιτάω ξανά τον ουρανό έτοιμη να γυρίσω πίσω.
Ήταν σίγουρα η πιο ωραία πτήση της ζωής μου. Δεν ήταν μόνο που είχα καταφέρει να αγγίξω τη γη και να φέρω την είδηση στους ανθρώπους. Ήταν που είχα την ευλογία να διαλυθώ σε κομμάτια και να ανέβω ξανά στον ουρανό. Κι ίσως έτσι, σαν ανταμοιβή, να διάλεγε ξανά ο μέγας σκηνοθέτης εμένα, να είμαι η πρώτη σταγόνα της βροχής.


Γιώργος Λεμπέσης
150611
                                              

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΚΑΚΤΟΥ


Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΚΑΚΤΟΥ
                του Γιώργου Δ. Λεμπέση


Και σκέφτηκε ο Θεός , να φτιάξει τη σκιά, γιατί κάπου θα πρεπε ν ακουμπάει η μοναξιά του κόσμου.
Και της έδωσε λόγο και φωνή, να συντροφεύει αδερφούς, πάνω στο δρόμο που αυτός , έχει διαλέξει για το κάθε τέκνο Του. Κι έτσι έγινε κι άκουσα την σκιά του κάκτου , στον κάκτο να μιλά και να του λεει μέσα στην τόση ησυχία της ερήμου, τα παρακάτω λόγια.   

«Πως ξεχαστήκαμε αδερφέ μου. Πέρασαν κι όλας εκατό χειμώνες. Αλήθεια, πώς λες να είναι ο χειμώνας? Θυμάσαι πέρσι τέτοια εποχή , που στάθηκαν μπροστά μας δυο πουλιά και κάθισαν στο αγκαθωτό μου χέρι, θυμάσαι? Μίλαγαν ασταμάτητα για έναν βορά , που σαν παράδεισος έλεγαν πως μοιάζει κι είχε λεει ατέλειωτη δροσιά. Ύστερα ξεκίνησαν να πετούν με λαχτάρα προς τα κει. Πέρασαν κι άλλα τόσα χρόνια , θυμάσαι. Κανείς δεν έκατσε μαζί μας για πολύ. Μόνο για λίγο μας ακουμπούσαν τα μυστικά τους  κι ύστερα έφευγαν για κάποιο δροσερό χειμώνα.
Μέρος κακόφημο και ξένο μοιάζει το σπίτι μας αδερφέ μου. Γι αυτό κι όλοι μας αποφεύγουν. Ακόμα και τα σύννεφα, μια γρήγορη ματιά στα σιωπηλά και χάνονται. Μόνο εσύ κι εγώ ξωμείναμε σε σ αυτή την ησυχία. Εμείς κι η άμμος που σαν ανάσα κάνει το μέρος να κινείτε. Μα μη φοβάσαι αδερφέ , εγώ δε θα φύγω από κοντά σου. Θα μείνω εδώ , μέχρι να δω από κοντά αυτό το χέρι, που σπρώχνει το χρόνο στον γκρεμό.
Μα μέχρι να ρθει να μας βρει αυτός ο φόβος. Άκου για λίγο μια μικρή ιστορία που μου πε κάποτε, ένας πεσμένος γερό κάκτος. Άκου λοιπόν μέχρι η ώρα να περάσει.

Η νύχτα έμοιαζε να φεύγει και μια μικρή υποψία ήλιου, έκανε την καινούργια μέρα να μοιάζει γιορτή για τον μοναχογιό της ερήμου.
Ο κάκτος , μόλις που είχε ξυπνήσει και γέμιζε τα κύτταρά του με ζεστό αέρα. Αφού καλημέρισε τη σκιά του , κοίταξε στον ορίζοντα που τόσο καλά γνώριζε κι όλα ήταν εκεί. Τόσο σωστά βαλμένα στη θέση τους που ακόμα κι αν οι μεταστροφές της φύσης άλλαζαν το τοπίο, για κείνον ήταν πάντα το ίδιο σπίτι.
Καθώς σουρούπωνε κι αφού τα αγκάθια του είχαν παραφουσκώσει απ οξυγόνο, η σκιά του τον αποχαιρέτησε βουτώντας στη γη μέχρι το επόμενο πρωί. Αφού είχε πια νυχτώσει, ο κάκτος είδε μια έντονη μορφή, εντελώς παράταιρη στο πεδίο του , σαν γλυκό νερό στη θάλασσα, να τρέχει προς το μέρος του. Η άμμος και η νύχτα τον εμπόδισαν να δει πιο καθαρά , μα πολύ σύντομα το μυστήριο αποκαλύφθηκε και έγινε με μιας ανθρώπινη μορφή σε ολόλευκη φορεσιά μ ένα πρόσωπο ιδρωμένο κι ένα σώμα ανίκανο να στηριχτεί στα πόδια του.
Ήταν μια όμορφη γυναίκα, που στάθηκε λαχανιασμένη και ταραγμένη δίπλα στον κάκτο σαν να την κυνηγούσαν. Πριν προλάβει να τη σκεπάσει με τη σκιά του, είδε στα χέρια της αίματα και στο λαιμό της μελανιές. Εκείνη κοιτώντας προς τα πίσω, άρχισε να τρέμει και προσπάθησε να κρυφτεί πίσω απ τον κάκτο.
Ανήμπορος όμως και ανάξιος να μεταμορφωθεί σε θάμνο ή κάτι που θα την προστάτευε απ τους κυνηγούς της, την άφησε τελείως ακάλυπτη. Έτσι οι δυο κυνηγοί , που πάνω στ άλογα την έψαχναν σαν δαίμονα και θησαυρό, την έπιασαν αγριεμένοι και την πέταξαν πάνω του με μανία. Εκείνη με τα μάτια ορθάνοιχτα , καρφώθηκε στα αγκάθια του κάκτου κι άρχισε να ξεψυχά καθώς τους κοίταγε να φεύγουν.
Βλέποντας αυτό το φρικτό τέλος, κατάλαβε πως άθελα του, την είχε σκοτώσει. Τότε, σαν απρόσμενη βροχή, άφησε όλα του τα δάκρυα να πέσουν στα μαλλιά της, γεμάτος ενοχές και φόβο γι αυτό που μόλις είχε κάνει. Η μέρα τελείωνε κι όσο απομακρυνόταν το φως, τόσο πιο πανοραμικά φαινόταν το φονικό που με το πρώτο φως της μέρας, θα αποκαλυπτόταν.

Το επόμενο πρωί ,η σκιά του κάκτου στάθηκε δίπλα του,  όπως συνήθιζε να κάνει άλλωστε κάθε που ο ήλιος φαινόταν. Εκείνη τη μέρα όμως δεν την είχε ξανά ζήσει δίπλα του. Παγωμένη κι έντρομη κοίταξε την νεκρή γυναίκα ανάμεσα στ αγκάθια του. Κοίταξε τον κάκτο με θυμό για κάμποση ώρα κι ύστερα ρώτησε με ύφος ενοχής. «Τι της έκανες ? πως μπόρεσες να την σκοτώσεις?» ρώτησε τον αδερφό της.  Εκείνος κοίταξε κουρασμένος τη σκιά του, σαν να θελε απ τη μια να της εξηγήσει κι απ την άλλη να αυτοτιμωρηθεί για το φρικτό έγκλημα. «Τη σκότωσα κι αυτό είναι αλήθεια μα όχι επειδή το διάλεξα, ήμουν απλά στη θέση μου, με φουσκωμένα αγκάθια. Ήμουν απλά , αυτό που είμαι, αυτό που ο Θεός έβαλε σοφά σ αυτή τη θέση» Κι ήταν οι λέξεις του τόσο δυνατές , λες και μόλις είχε καταλάβει πως όσο καλός κι αν ήταν σε όλη του τη ζωή, όσο γαλήνια κι αν ήταν η ψυχή του, δεν έπαυε να είναι ένα δολοφονικό ον. Ένα πλάσμα ανήμπορο να ξεφύγει απ το πεπρωμένο του, μια ύπαρξη πάνω στη γη που είχε χρεωθεί την ασχήμια και την σκληρότητα του ίδιου του δημιουργού του. Η ψυχή του, σαν νεογέννητη μοίρα, μακριά από κάθε επιλογή,  υπάκουγε πιστά τις εντολές του Δρόμου..
Μόνο μια γνώση τον έκανε να μοιάζει ελεύθερος. Μια γνώση που θα καθάριζε την ψυχή του , και θα την διαχώριζε απ την Θεϊκή επιλογή. 
Ήξερε καλά πως μέσα σε λίγες μέρες το βάρος του νεκρού σώματος θα τον έριχνε για πάντα στην άμμο κι έτσι θα μαραινόταν και θα πέθαινε κι αυτός δίπλα στη γυναίκα. Έτσι θα ερχόταν η κάθαρση κι ο κάκτος θα μπορούσε να φύγει λίγο πιο ήσυχος, λίγο πιο δικαιωμένος. Θα χε καταφέρει να συγχωρέσει τον εαυτό του , και γαλήνιος να δει αυτό το μαύρο φως, για μια φορά ελεύθερος.    

Έτσι μου είπε αυτός ο γεροκάκτος αδερφέ μου κι εγώ τον άκουγα με προσοχή. Δεν ξέρω αν συνέβη στ αλήθεια αυτή η ιστορία, μα να, εδώ όπως καθόμαστε και περιμένουμε τη ζωή να πέσει πάνω στ αγκάθια μας, σκεφτόμουν κι ήθελα να στο πω. Λύτρωση και τιμωρία τελικά, αυτό το χέρι, που σπρώχνει τον χρόνο στον γκρεμό. Δε βρίσκεις αδερφέ μου?»

Γιώργος Λεμπέσης
170112

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

Η ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΚΛΙΚ


Η ΖΩΗ ΜΕΤΑ ΤΟ ΚΛΙΚ
                     του Γιώργου Δ. Λεμπέση 


Τα περισσότερα πράγματα στον κόσμο , γεννιούνται με ένα κλικ.
Με ένα κλικ ψωνίζουμε ρούχα , με ένα κλικ ερωτευόμαστε , με ένα κλικ δημιουργούμε, καταστρέφουμε και με ένα κλικ υπερβαίνουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.
Ένα τέτοιο κλικ έφερε και εμένα σ αυτό τον κόσμο έναν αρκετά χαρούμενο Φλεβάρη πριν μερικά χρόνια. Για την ακρίβεια ήταν το κλικ του διακόπτη ενός γιγαντιαίου πορτατίφ που στεκόταν ανάμεσα στον πατέρα μου και την μητέρα μου. 
Η λευκόχρυση δέσμη που δημιούργησε το φως της λάμπας του , ήταν από εκείνη τη στιγμή το νέο μου σπίτι.
Τα πρώτα μου τεντώματα ή απορημένες ματιές προς το άπειρο και οι πρώτες μου καλλιτεχνικές ανησυχίες ήταν εκεί σε κάθε κλικ του διακόπτη. Το κλάμα μου βλέπεις, έβγαινε πάντα μελωδικό και καλό κουρδισμένο. Ήταν ολοφάνερο ότι ήμουν μεγάλος καλλιτέχνης.
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό που μαρτυρούσε το ολοκαίνουργιο είναι μου, ήταν το χάρισμα που είχα να μετατρέπω το γέλιο σε κλάμα και το κλάμα σε γέλιο μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Φυσικά κάθε φορά που εξωτερίκευα με αυτόν τον μοναδικό τρόπο που ήξερα τις ανησυχίες μου, όλοι έτρεχαν να με σώσουν. Από τι , δεν είχα καταλάβει. Μα είναι τόσο δύσκολο να είσαι καλλιτέχνης τελικά? Δε βαριέσαι , σκεφτόμουν και έριχνα έναν δεκάωρο υπνάκο μέσα στην φωτεινή αγκαλιά. Ά έτσι λένε και την μητέρα μου. Όχι αγκαλιά , Φωτεινή.
Μόνο εκείνη και ο πατέρας μου ο Δημήτρης είχαν δικαίωμα πρόσβασης σ αυτή τη δέσμη κι αυτό επειδή είχα την αμυδρή υποψία ότι το πορτατίφ τους ανήκε.
Κατά τα άλλα κάνείς , ούτε ο μικρότερος αδερφός μου που γεννήθηκε μερικά κλικ πιο πέρα. Ήμουν ο απόλυτος άρχοντας του φωτός. Ο βασιλιάς του πορτατίφ. Όλος ο κόσμος κάτω απ το φως ζούσε με τις δικές μου προσταγές. Χέρι , κουνήσου. Πατούσα , έλα στο στόμα μου. Μεγάλο δάχτυλο χόρεψε. Ότι διέταζα γινόταν. Ήμουν ο απόλυτος βασιλιάς.
Τα κλικ άναβαν και έσβηναν κάθε μέρα αυτό το φως κι εγώ μεγάλωνα με τον μοναδικό τρόπο που μεγαλώνουν τα μοναδικά παιδιά που άλλα στον κόσμο δεν υπάρχουν. Έτσι έλεγε κι η γιαγιά μου απ την Κρήτη που τότε νόμιζα πως έχει σε όλα δίκιο και πως ήταν αρχηγός της φυλής των Φαΐγιάγια με έμβλημα το μαχαιροπίρουνο.

Όσο ψήλωνε ο χρόνος άφηνα μικρές και μεγάλες πληροφορίες να περάσουν στον φωτεινό μικρόκόσμο μου κι έτσι άρχισα να λεω και να ακούω.
Άκουγα πως κοντά μου ζουν κι άλλες τέτοιες δέσμες που έχουν μέσα τους ανθρώπους σαν κι εμένα. Που είναι κι αυτοί καλλιτέχνες κι όλο κλαινε , που είναι κι αυτοί μοναδικοί γιατί η γιαγιά τους είναι αρχηγός της φυλής φαΐγιάγια. Όλο αυτό μου είπαν πως είναι η γενιά μου. Η γενιά της όγδοης δεκαετίας του αιώνα  που μεγάλωνε και μεγαλώνει σε κάποια γειτονικά πορτατίφ.
  
Ήμουν λεει πολύ τυχερός γιατί γεννήθηκα στην εποχή που έβγαζε αθάνατους. Η γενιά μου δεν είχε ανάγκη τίποτα και κανέναν. Δεν χρειαζόταν σύντροφο, δεν χρειαζόταν φίλους ούτε συναισθηματικούς δεσμούς και λέξεις χαζές όπως ειλικρίνεια, σεβασμός, αγάπη. Το μόνο που χρειαζόταν η γενιά μου ήταν τροφή. Τροφή για πάντα. Γιατί ποτέ δεν θα πέθαινε. Είχε μάλιστα ανακαλύψει τρόπους να μην τρέφετε μόνο απ το στόμα άλλα κυρίως απ τα μάτια κι απ τα αυτιά . Τι τυχερός που είμαι,  ανήκω στην γενιά των υπέρ ανθρώπων. Μόνοι , μόνοι , μόνοι, άτρωτοι και αιώνιοι. Γενιά που δεν θα γεράσει , γενιά που δεν θα φύγει ποτέ.
Έτσι άρχισα να φτιάχνω τον δικό μου χώρο κάτω απ αυτή τη λάμπα. Τον διακοσμούσα με τα καλύτερα σκηνικά, έτσι ώστε αν έμπαινε κανείς , να καταλάβαινε ποιος πραγματικά είμαι.
Στα τέλη του 20ου αιώνα και αφού τελείωσα όλα τα μαθήματά μου , έβαλα μέσα της – δεξιά του εφηβικού μου κρεβατιού- ένα Ραδιόφωνο που έκανε τη φωνή μου να ακούγεται σε όλα τα πορτατίφ της γενιάς μου. Έλεγα αστεία , έβαζα μουσικές κι όλοι με αγαπούσαν, σίγουρα. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία γι αυτό. Δε με ήξεραν βέβαια προσωπικά άλλα τι σημασία είχε. Αφού η αγάπη είναι μετρήσιμο προϊόν , σημαίνει ότι όσο πιο πολλοί σε αγαπούν τόσο πιο τέλειος είσαι. Κι έτσι συνέχισα να βάζω τραγούδια κι έτσι έφτιαξα και το δικό μου συγκρότημα και βγάλαμε και δίσκο και είπα να σπουδάσω για να με αγαπούν πιο πολύ και για να είμαι και καλό παιδί, υπηρέτησα και την μαμά πατρίδα. Τότε ακριβώς, ήταν που ξημέρωσε η νέα εποχή.

Είχα γυρίσει στο πανέμορφο πορτατίφ μου που ήταν γεμάτο με πράγματα, τακτοποιημένα σε απόλυτη τάξη και συμμετρία, έτσι ώστε όταν θα ερχόταν κάποιος να καταλάβαινε ποιος πραγματικά είμαι.
Κι αφού μέχρι τότε δεν είχε έρθει κανείς απ τους αθάνατους τις γενιάς μου είπα να συνεχίσω να γεμίζω το φωτεινό μου κόσμο.

Μια μέρα σαν όλες τις άλλες , σ ένα παζάρι λίγο πιο κάτω απ το πορτατίφ μου, γνώρισα μια πανέμορφη και νεαρή κοπέλα που πούλαγε την πραμάτεια της για να ζήσει. Είχα πάει εκεί με σκοπό να γεμίσω το καλάθι μου με πράγματα και νέα σκηνικά για τον κόσμο που ζούσε κάτω απ το πορτατίφ, έτσι ώστε όταν ερχόταν κάποιος να καταλάβαινε ποιος πραγματικά είμαι.
Αυτή η κοπέλα λοιπόν, πούλαγε στόχους. Στόχους φρέσκους και φτιαγμένους αποκλειστικά για αθάνατους. Ήταν πολύ όμορφη και φυσικά την πλησίασα. Χωρίς να το σκεφτώ ιδιαίτερα της είπα με περίσσια σιγουριά να μου πουλήσει των πιο ακριβό στόχο που είχε στον πάγκο της. Με κοίταξε και χαμογέλασε. Είναι πολύ ακριβός , δεν ξέρω αν έχεις τόσα να μου δώσεις. Είπε η κοπέλα. Θα δώσω ότι μου ζητήσεις της είπα και περίμενα. Εκείνη μετά από λίγο, έβγαλε ένα πέτρινο κουτάκι και μου το έδωσε. Εδώ μέσα βρίσκετε ο στόχος της κορυφής μου είπε κι αν τον πιάσεις στα χέρια σου θα πάρω από σένα ότι θέλω χωρίς να σε ρωτήσω, για να με ξεχρεώσεις.
Συμφώνησα και κράτησα σφιχτά τον στόχο της κορυφής. Έφυγα τρέχοντας ,χωρίς καν να την ευχαριστήσω, κόντευε καλοκαίρι και βιαζόμουν τόσο πολύ. Έπρεπε να διακοσμήσω τον χώρο μου , αν ερχόταν κανείς πως θα καταλάβαινε ποιος πραγματικά είμαι?.
 Έβαλα το κουτάκι στη σωστή θέση και περίμενα. Ποτέ δεν αναρωτήθηκα τι είχε πάρει από μένα εκείνη η κοπέλα για να μου δώσει τον στόχο, όπως ποτέ δεν κατάφερα να μάθω στ αλήθεια τ όνομα της όσο κι αν μου θύμιζε πολλά η ομορφιά της. Όμως δεν είχε καμία σημασία. Ανήκω στη γενιά των αθάνατων υπέρ ανθρώπων και τίποτα κακό δεν πρόκειτε να συμβεί.

Από εκείνη τη μέρα , αυτό το κουτάκι έγινε ο καλύτερος μου φίλος. Ήταν μαγικό. Άλλαζε χρώματα , με νανούριζε , πέταγε στον αέρα. Ήταν ότι καλύτερο είχα βάλει στο φωτεινό μου κόσμο μέχρι τότε. Ακόμα κι όταν τα κλικ έφερναν την νύχτα εκείνο έστεκε αναμμένο και μου κράταγε συντροφιά.
Μ έκανε συνεχώς να βάζω νέα πράγματα μέσα στη δέσμη μου έτσι ώστε όταν ερχόταν κάποιος να καταλάβαινε ποιος πραγματικά είμαι.
Μ έκανε να δουλεύω σκληρά να κάνω συναυλίες, θόρυβο, μουσικές να μιλάω λευκά να ακούω λευκά να αγαπάω λευκά κι όλα αυτά επί σκηνής για πολλά χρόνια.
Κάποια στιγμή ενώ καθόμουνα στο χρυσόλευκο φωτεινό μου κόσμο περιμένοντας μήπως έρθει κάποιος για να καταλάβει ποιος πραγματικά είμαι, σκεφτόμουν πια να είναι στ΄ αλήθεια αυτή η κορυφή που με έχει βάλει το κουτάκι να ψάχνω. Δεν είχα ρωτήσει ποτέ που βρίσκεται. Ούτε η μυστήρια κοπέλα μου είχε πει, άλλα ούτε και κάποιος χάρτης υπήρχε μέσα στο κουτί. Δε σας κρύβω ότι μου πέρασε απ το μυαλό μήπως δεν υπάρχει αυτή η κορυφή άλλα αμέσως έβγαλα αυτή την ανόητη σκέψη τοποθετώντας στο σκηνικό την αθάνατη φύση μου.
Λίγο μετά ένας εισβολέας πέρασε στον χώρο μου και άρχισε να σβουρίζει στο πιο ψηλό σημείο. Ήταν ένα μυγάκι απ αυτά που ακολουθούν το φως. Ενοχλητικό και κάπως άσχημο με εξαιρετικό χάρισμα στο χάλασμα της εκάστοτε φάσης που μπορεί να βρίσκεται ένας βασιλιάς. Έκανα πολλές απότομες κινήσεις με τα χέρια για να το διώξω αλλά τίποτα. Ήταν αρκετά γρήγορο και καλά εκπαιδευμένο. Δεν είναι δυνατόν να βρίσκετε αυτό το ενοχλητικό πλάσμα στον κόσμο μου σκέφτηκα. Κι αν έρθει κάποιος?  δεν θα καταλάβει ποιος πραγματικά είμαι μ αυτό το παράταιρο ιπτάμενο τέρας στο σκηνικό μου.
Αρκετές προσπάθειες μετά, το κακάσχημο πράγμα με φτερά έκατσε τελικά στη μύτη μου. Το έβλεπα πεντακάθαρα και για να είμαι ειλικρινής σάστισα λίγο. Σταύρωσε τα χέρια του και με κοίταξε συνοφρυωμένα. Τι? Το ρώτησα με φυσικότητα.
-Μα καλά μου είπε θυμωμένο. Δε φτάνει που είμαι το μοναδικό ζωντανό ον που μπήκα στο μικρόκοσμό σου , θες να με διώξεις κιόλας? Σα δε ντρέπεσαι λίγο.
-Δεν περίμενα εσένα , δε βλέπεις πόσο σπουδαία πράγματα έχω εδώ μέσα , λες να τα έκανα όλα αυτά για ένα μυγάκι ?
Αυτή η διαμάχη κράτησε αρκετή ώρα κι όσο μου ξεδίπλωνε αλήθειες το μυγάκι , τόσο σκεφτόμουν την ιδέα ότι δεν υπάρχει κορυφή. Μου έλεγε πως κανέναν δε νοιάζει ποιος πραγματικά είμαι και πως αν δεν βγω απ τον μικρόκοσμο μου, μόνο μυγάκια θα με επισκέπτονταί. Μου έλεγε, πως οι κορυφές είναι πολλές και πως είμαι τουλάχιστόν αφελής αν πιστεύω πως στέκονται μόνες τους στον αέρα. Μου είπε ακόμα πως η άγνωστη κοπέλα με ξεγέλασε και πως καλό θα ήταν να αναρωτηθώ τι μου πήρε για να μου δώσει το κουτάκι με τον στόχο της κορυφής .
Αφού κι εγώ δεν έλεγα να υποχωρήσω και μέσα στην μοναδικότητα μου, δεν πίστευα κανέναν άλλον παρά μονό την τέλεια προσωπικότητα μου, εξακολουθούσα να διώχνω το μυγάκι που είχε αρχίσει και πάλι να πετάει μαχόμενο. Στην προσπάθεια του να μου πει κι άλλα απ αυτά που δεν ήθελα να ακούσω, σταμάτησε μπροστά στα μάτια μου και μου είπε αυστηρά.
-Εντάξει λοιπόν , θα φύγω. Άλλα να θυμάσαι πως αυτή η λάμπα που ανάβει με κάθε κλικ το πορτατίφ σου , κάποια μέρα θα σβήσει, θα καεί για πάντα και τότε δε θα χρειάζεται να έρχομαι. Θα βρω άλλου φως να ταξιδεύω και τότε θα εύχεσαι να ήμουν εκεί, θα παρακαλάς για λίγο φως ακόμα.
 Έτσι μου είπε και έφυγε από μπροστά μου.

Είχε δίκιο. Πότε δεν είχα σκεφτεί ότι αυτή η λάμπα θα καεί μια μέρα.
Δεν ήμουν αθάνατος τελικά, ούτε μοναδικός. Η γιαγιά μου δεν ήταν αρχηγός της φυλής των φαΐγιάγια και σίγουρα δεν είχε πατήσει κανείς να δει ποιος πραγματικά είμαι. Αισθάνθηκα χαζός όταν κατάλαβα πως δεν υπάρχει κορυφή που να στέκεται μόνη της και πως η κοπέλα με τα χίλια πρόσωπα με ξεγέλασε. Μα ποιο πολύ φοβήθηκα όταν κατάλαβα τι μου είχε πάρει εκείνη την μέρα για αντάλλαγμα.
Ήταν φοβερό πως μια μάχη με ένα μυγάκι με έκανε να δω καθαρά, με έκανε να καταλάβω πως αυτό που είχε ξεριζωθεί από μέσα μου - για να πάρω ένα κουτάκι, έτσι ώστε αν έρθει κάποιος στον κόσμο μου να δει ποιος πραγματικά είμαι, ήταν αυτό το παιδί που είχε το χάρισμα να μετατρέπει το κλάμα σε γέλιο και το γέλιο σε κλάμα. Το παιδί που κάτω απ την δέσμη του δεν χρειαζόταν τίποτα, κανένα σκηνικό, κανέναν να καταλάβει ποιος πραγματικά είναι. Αυτό μου είχε πάρει εκείνη η γυναίκα. Την απλότητα του να είσαι παιδί και την σπουδαιότητα να ζεις αυθόρμητα τις διαθέσεις σου.

Κι ήταν τότε που άρχισα να γράφω ιστορίες , όχι για να κάνω τον κόσμο καλύτερο, μόνο για να κερδίσω τον χαμένο χρόνο, έτσι ώστε αν ερχόταν κάποιος στον φωτεινό μου κόσμο , να κάναμε απλά, καλή παρέα.
Για να μπορέσω να πω στα πορτατίφ που έρχονται πως είναι τρομαχτικό να μην ανταμώνουν οι άνθρωποι , πως είναι ασχήμια να μπουκώνεις με σκηνικά κάτι που έχει λευκόχρυση λάμψη από μόνο του.
Κι άρχισα να γράφω ακόμα , για να μπορέσω μια μέρα , αφού αθάνατος δεν είμαι τελικά , να μπαίνω κρυφά σε κάποιο φως , να γίνόμαι μυγάκι στο δικό σου πορτατίφ, έτσι, για να με θυμάσαι.        
                           



Γιώργος Λεμπέσης
240710        

Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ




ΟΙ ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ
            του Γιώργου Δ. Λεμπέση

Επάνω στο γραφείο των πραγμάτων , γεννήθηκαν την έβδομη  μέρα, της άλλης γης,  τέσσερις σελίδες αδερφές  . Ίδιες κι απαράλλαχτες, λευκές και πεντακάθαρες. 
Χαρές και πανηγύρια γύρω απ τις νεοφερμένες σελιδούλες και οι ευχές έδιναν και έπαιρναν εκείνο το πρωί. Μολύβένια πουλιά , γόμες τροπικές από τις ζεστές λίμνες  χνουδωτές αποχρώσεις  και μελανόψαρα έκαναν το μέρος γιορτή και τις φωνές τραγούδια.
 Ο μπαμπάς, κύριος Ανέστης  Ξυλοκόρμος και η μαμά κυρία Ευγενία Ταμταράρα Ξυλοκόρμου,  περήφανοι  και ενθουσιασμένη. Ήταν βλέπεις οι πρώτες τους σελίδες και αυτό τους έδινε μεγάλη χαρά. Καιρό τώρα προσπαθούσαν να σελιδοποιήσουν , άλλα λίγο η πολυκοσμία στην άλλη γη,  λίγο οι σελιδοδείκτες του χρόνου που έτρεχαν βιαστικά, έκαναν το ζευγάρι να καθυστερεί να πάρει την απόφαση. Τώρα όμως η οικογένεια είχε ολοκληρωθεί και μάλιστα όχι με ένα , ούτε με δυο άλλα με τέσσερα πανέμορφα σελιδάκια , ζωηρά και παιχνιδιάρικα.  
Την πρώτη την είπαν Αλίς και ήταν σοβαρή σαν τον προπάππου της, που είχε πολεμήσει στον πόλεμο των βελανιδιών επί πολλά χρόνια. Έξυπνη και πολύ υπομονετική. Τόσο πολύ που στο τέλος ξέχναγε για πιο λόγο περίμενε. Μετρημένη πάντα , έβαζε τα πράγματα σε μια σειρά και ύστερα ξεκίναγε να παίζει , αν προλάβαινε φυσικά.
Η δεύτερη σελίδα ήταν η Βεατρίκη. Ήταν απ τις πιο όμορφες σελίδες της άλλης γης, όμως πότε της δεν μπορούσε να αποφασίσει για τίποτα. Μια μόνιμη μπερδεμάρα που την έκανε να  μοιάζει με παρατημένο πορτατίφ στη μέση της έρημου. (κατά προτίμηση Αύγουστο). «Τι δουλεία έχω εγώ εδώ?» , ρώταγε συχνά η όμορφη Βεατρίκη και συνέχιζε να παίζει με τις αδερφές τις ξεχνώντας αμέσως την απορία της. 
Άκρως καλλιτεχνική με μια δόση γυαλάδας στο μάτι η τρίτη αδερφή. Άντζελα την  έλεγαν και ήταν τόσο περήφανη γι αυτό, που θα νόμιζε κανείς ότι το συγκεκριμένο όνομα δημιουργήθηκε αποκλειστικά για κείνη. Αρχηγός στα παιχνίδια , αρχηγός και στο θέατρο. Είχε πάντα ένα τρόπο να πέφτουν τα φώτα πάνω της, ακόμα και αν δεν έκανε τίποτα. Έλεγε απλά. Άντζελα . Και όλα σταμάταγαν εκεί.
Την τέταρτη και τελευταία στη σειρά , την έλεγαν Δήμητρα και ήταν  πάντα λίγο πιο πέρα απ όλα.  Έπαιζε πιο πέρα , μίλαγε πιο πέρα κι όλες οι στιγμές τις ήταν πάντα λίγο πιο πέρα. Μόνη της τον περισσότερο καιρό, όχι γιατί δεν την ήθελαν οι άλλοι, μα γιατί η ίδια έδειχνε να μην τους καταλαβαίνει, σαν να ζούσε έμοιαζε σε κάποιον άλλο κόσμο. Οι κουτσομπόλες της άλλης γης έλεγαν συχνά πως δεν έχουν ξαναδεί τόσο ξεχωριστή και μοναχική σελίδα τόσα χρόνια. Συχνά ανησυχούσαν για το μέλλον της και για το αν τελικά θα είναι ικανή να εκπληρώσει την αποστολή της σαν γνήσιος γόνος τις οικογένειας των Σελιδών.
Όλες μαζί, η Αλίς , η Βεατρίκη , η Άντζελα και λίγο πιο πέρα η Δήμητρα, συμπλήρωναν και χρωμάτιζαν απ την πρώτη τους μέρα την εξαίρετη οικογένεια Ξυλοκόρμου.       
Όσο οι ευχές και οι χαρές άδειαζαν σιγά σιγά το χώρο, αφήνοντας το χρόνο να φυσάει γλυκά πάνω απ την οικογένεια, η μια μέρα έφερνε την άλλη και οι μικρές σελίδες μεγάλωναν. Οι σκανταλιές γινόντουσαν γνώση κι η γνώση εύθηνη.  Κι ύστερα η εύθηνη , έγινε μια μέρα  πρόκληση κι έγινε στα λόγια του μπαμπά  η παρακάτω φράση . «Ήρθε η ώρα μικρές μου σελίδες»!
Στην αρχή οι μικρές ,  νόμιζαν πως ήρθε κάποια θεία που την έλεγαν ‘Ωρα , άλλα βλέποντας το σοβαρό ύφος του άλλοτε αστείου τους μπαμπά κατάλαβαν πως μάλλον κάτι άλλο εννοούσε.   
Κάθισε φαρδύς πλατύς στην χνούδοπολυθρόνα του και φώναξε με ύφος σοφού πιγκουίνου τις τέσσερις κόρες του.  Εκείνες καλπάζοντας στάθηκαν μπροστά του και δίπλωσαν σαν καλές σελίδες γύρο του. Διπλωμένες οκλαδόν και γεμάτες απορία για το τι θα τους έλεγε ο μπαμπάς τους,  άνοιξαν τα αυτιά τους και δεν έβγαζαν τσιμουδιά.  Έξι ξεροβηξήματα μετά  ο κύριος Ανέστης είπε στις αγαπημένες του σελίδες. «Σελίδες μου , όπως πολύ καλά γνωρίζετε , ανήκετε στην πασίγνωστη οικογένεια των Σελιδών. Αυτό είναι μεγάλη κληρονομιά και μεγάλη ευθύνη ταυτόχρονα..» Ο πρόλογος του κύριου Ξυλοκόρμου δεν έλεγε να τελειώσει . Τι για τη προγιαγια τους την Παπυρογέννους τους είπε, τι για  τους παππούδες, τους Μωισόπλακες, όλο το οικογενειακό δέντρο τους ανέλυσε και φτου κι απ την αρχή. Μίλησε ακόμα για την σπουδαιότητα του να είσαι σελίδα και για το πόσο σημαντικό είναι να βρίσκεις τον προορισμό σου , να εκπληρώνεις την αποστολή σου σ αυτή τη γη. Όλα αυτά και άλλα διακόσια , έκαναν τις μικρές να τον κοιτάνε τρομαγμένες . Όταν ειδικά έφτασε στο σημείο του προορισμού και της αποστολής , άρχισαν οι πρώτες ερωτήσεις. «εγώ μπορώ να περιμένω λίγο ακόμα μέχρι να μεγαλώσω ?» ρώτησε η Αλίς , χρειαζόταν χρόνο βλέπεις να το επεξεργαστεί όλο αυτό. «εγώ δεν ξέρω αν στ αλήθεια ανήκω σ αυτή την οικογένεια» είπε με παράπονο η Βεατρίκη «είμαι η Άντζελα και θα βρω τον λόγο που ήρθα στην άλλη γη»η Άντζελα μίλησε. Η Δήμητρα δεν φαινόταν να τ ακούει όλα αυτά , ήταν κι αυτό το βλέμμα της που την έκανε να μοιάζει ότι λείπει. Κι όμως λίγες σιωπές μετά ακουστικέ από κάπου πιο πέρα η γλυκιά της φωνή. «τι εννοείς?»
«Τι εννοώ ..?» ξεφύσηξε με σιγουριά ο σελιδοπατέρας . «Εννοώ , πως ήρθε η ώρα να βγείτε στον αληθινό κόσμο και να κάνετε κάτι χρήσιμο όπως οι πρόγονοι σας. Μεγαλώσατε πια , άλλωστε και η ξαδέρφη σας η Ματίλντα , ήταν στην ηλικία σας όταν έγινε η 58η σελίδα στα χειρόγραφα του Φρόιντ . Αύριο κι όλας αποχαιρετήστε τους φίλους σας , δώστε ένα γλυκό φιλί στη μητέρα σας και κάντε μας περήφανους»  Αυτά ήταν τα  λόγια του πατέρα κι έτσι οι μικρές σελίδες κοιμήθηκαν για τελευταία φορά στα τριανταφυλλένια κρεβάτια τους.
Η καινούργια μέρα δεν άργησε να έρθει κι οι τέσσερις σελίδες αποχαιρέτησαν την άλλη γη και πήραν  το δρόμο για τον αληθινό κόσμο. Όταν μετά από μέρες ταξιδιού έφτασαν αποφάσισαν να χωριστούν και να βρει η καθεμία ξεχωριστά τον προορισμό της. Αγκαλιάστηκαν και υποσχέθηκαν πως θα κάνουν περήφανη την οικογένεια τους βάζοντας μες την υπόσχεση τους μια σταγόνα ανταγωνισμού. Πρώτη προς έκπληξη όλων έφυγε η Αλίς , ύστερα η Βεατρίκη με τον αναμενόμενο δισταγμό μετά η Άντζελα και τελευταία η Δήμητρα , που στάθηκε για λίγο βλέποντας τις αδερφές της να απομακρύνονται.
Οι μέρες πέρναγαν κι οι νύχτες το ίδιο. Κι ύστερα κι άλλες μέρες κι άλλες νύχτες. Τα χρόνια πέταγαν σαν τα μολυβένια πουλιά στην άλλη γη κι ο κύριος Ανέστης είχε πια κιτρινίσει. Κανείς δεν είχε ακούσει τίποτα για το τι είχαν γίνει τελικά οι τέσσερις αδερφές κι η ιστορία στο γραφείο των πραγμάτων έμοιαζε να κυλάει όλο και πιο αργά.
Μια άγνωστη μέρα , απάνω στο καινούργιο φως, έφτασε στην άλλη γη μια πινελιά μακρομαλλούσσα,  με όμορφά φανταχτερά μαλλιά και μάτια σαν τεράστια στολίδια. Ρώταγε παντού που θα βρει το σπίτι της οικογένειας ξυλοκόρμου , είχε λέει νέα απ τις σελίδες τους. Οι πιο νέοι της απάνταγαν πως δεν γνωρίζουν κάτι και την παρέπεμπαν στους πιο ηλικιωμένους. Όλη τη μέρα έψαχνε ώσπου λίγο πριν νυχτώσει βρήκε σε μια γωνιά μια γερασμένη πένα. Τη ρώτησε κάμποσες φορές για τον κύριο Ανέστη και την κυρία Ευγενία μέχρι που τελικά πήρε μια όχι και τόσο ευχάριστη απάντηση. Ο κύριος και η κυρία Ξυλοκόρμου , είχαν εδώ και λίγο καιρό ανακυκλωθεί. Ευτυχώς ήταν πλήρης ημερών άλλα ποτέ δεν έμαθαν τι απέγιναν οι αγαπημένες τους σελίδες. Και τώρα που έφτασε η όμορφη πινελιά ήταν αργά , ότι κι αν έλεγε ότι κι αν είχαν γίνει που θα τους έκανε περήφανους , δεν είχε καμία σημασία . Ήταν αργά.
Η πινελιά ευχαρίστησε την γέρικη πένα ,μάζεψε πίσω τα μαλλιά της, έριξε μια τελευταία και γρήγορη ματιά σαν βροχή και έφυγε ξανά.
Την Κυριακή που μας πέρασε , έζησα κάτι πραγματικά σπουδαίο , που μ έκανε να λάμπω από χαρά. Μια αναπάντεχη επίσκεψη τάραξε ευχάριστα , τις κάπως ανούσιες στιγμές μου.  Μέσα απ το ξύλινο κουτάκι που έχω δίπλα στο κρεβάτι μου , εμφανίστηκε ταλαιπωρημένη μα πάντα όμορφη η μακρομαλλούσσα πινελιά. Την φρόντισα και της έδωσα να πιεί το αγαπημένο μου μελανόγαλα με άρωμα κάκτου. Αφού πήρε την απαραίτητη ανάσα , την ρώτησα καλοπροαίρετα τι γύρευε στο σπίτι μου. Εκείνη με κοίταξε στα μάτια και μου είπε όλη την ιστορία για την οικογένεια Ξυλοκόρμου. Μου εξήγησε λυπημένη πως έφτασε αργά και πως δεν έμαθαν τελικά τι απέγιναν οι σελιδούλες τους. Μου πε λοιπόν , πως ήρθε σε μένα να μου πει την ιστορία τους, μήπως τουλάχιστον έτσι, μπορέσει κάποιος ξένος να νιώσει όμορφα ή άσχημα , στη θέση των άλλων γονιών.  
Την άκουγα με προσοχή και με μεγάλη περιέργεια. Τα έλεγε τόσο ωραία που σχεδόν ζήλεψα την ευκολία που χειριζόταν τις λέξεις. Όταν τελείωσε μου είπε σιγανά στ αυτί , λες και βρισκόντουσαν κι άλλοι στο δωμάτιο. «Αυτά που σου πα, να τα πεις , άλλα κάνε τους ανθρώπους του κόσμου σου να τα δουν και όχι απλά να τα ακούσουν» Αυτή, ήταν η τελευταία της φράση πριν μπει ξανά στο ξύλινο κουτί .
Ήταν τόσο μαγικά αυτά που μου περιέγραφε που με δυσκολία πίστευα ότι ζουν τόσο κοντά μου. Μου πε για ταξίδια σε τόπους που ζουν οι σκέψεις , μου μίλησε για ουρανούς που γεννάνε χρώματα και για μυρωδιές που μέσα τους υπάρχουν αναμνήσεις. Μου πε και για τις τέσσερις σελίδες που βρήκαν τελικά τον προορισμό τους μα δεν κατάλαβε μου είπε , πια απ τις τέσσερις βρήκε αυτό που ήθελε ή αυτό που τις είχαν πει να θέλει.
Η Αλίς , βρέθηκε στα χέρια κάποιου σπουδαίου ποιητή , που διάλεγε τις σελίδες με πολύ προσοχή. Έλεγε πως ότι γραφτεί στο λευκό τους δέρμα , είναι ένα κομμάτι ιστορίας κι έτσι τις έψαχνε με τις ώρες μέχρι να αποφασίσει πια θα πάρει. Πάνω της γράφτηκε ένα υπέροχο ποίημα που έκανε τις λέξεις να θυμίζουν άγγιγμα πουπουλένιας παλάμης . Ύστερα διαβάστηκε , αγαπήθηκε και μπήκε μαζί με άλλες σελίδες σε μια συλλογή , που κλείστηκε στο συρτάρι και έμεινε για πάντα εκεί.
Η Βεατρίκη έγινε χάρτης σ ένα εμπορικό καράβι κάπου στον Ινδικό ωκεανό.  Πάνω της ζωγραφίστηκαν γραμμές και νούμερα που έκαναν τους καπετάνιους να αποφεύγουν τα επικίνδυνα σημεία του βυθού. Ήταν πραγματικά χρήσιμη και έσωσε αρκετούς ανθρώπους , δεν είχε δει όμως ποτέ τη θάλασσα ούτε και το βυθό. Ζούσε σε ένα όμορφο ντουλάπι στη γέφυρα του πλοίου, που όσο πέρναγε ο καιρός  άνοιγε όλο και λιγότερο, ώσπου μια μέρα ήρθε στο πλοίο ένα μεγάλο κουτί με χρώματα και εικόνες και το ντουλάπι σταμάτησε να ανοίγει και η Βεατρίκη δεν ξανά βγήκε ποτέ από κει.
Σε μια πανέμορφη γειτονιά σ ένα χωρίο της Βαρκελώνης η Άντζελα είχε την τύχη να γίνει μέλος μιας φιλαρμονικής ορχήστρας. Είχε σίγουρα βρει το στοιχείο της μιας και ήταν η σελίδα που φιλοξενούσε την παρτιτούρα του μαέστρου . Μελωδίες , μουσικές και παρελάσεις ήταν για κείνη κάτι συνηθισμένο. Μόστραρε μπροστά  μπροστά στην ασημένια βάση του κλαρινέτου του μαέστρου.  Χωρίς αυτή ούτε νότα δεν θα έβγαινε στον αέρα. Ήταν η Άντζελα κι ήταν αυτό αρκετό. Η φιλαρμονική έπαιζε , ο μαέστρος διάβαζε τις νότες πάνω στην σελίδα και η μέρες περπάταγαν πάνω στην ίδια διαδρομή για πολλή καιρό. Οι σελίδες όμως ζουν περισσότερο απ τους μαέστρους κι έτσι ο επίδοξος αντικαταστάτης, άλλαξε το ρεπερτόριο και έκλεισε την Άντζελα στο νέο σπίτι του αγαπημένου της μαέστρου μαζί με το κλαρινέτο. Για πάντα.



Κάπου πιο πέρα βρισκόταν κι η ιστορία της Δήμητρας που κάπως άτυχη μου φάνηκε στην αρχή. Έχοντας τη συνήθεια να μένει μόνη , μακριά απ τον υπόλοιπο κόσμο , βρέθηκε μάλλον κατά λάθος στα σκουπίδια ενός βιβλιοπωλείου. Πάνω της πέρασαν πολλοί ακάλεστοι επισκέπτες όπως μύγες και κουνούπια, σκουληκάκια και σκόροι, όμως κανένας δεν έγραφε τίποτα πάνω της. Σε μια αποτυχημένη απόπειρα να δραπετεύσει από τον κάδο απορριμμάτων την πάτησε μια αλήτησα γάτα, που πιο πριν είχε πατήσει μια καταδιωγμένη τσίχλα, που με τη σειρά της την  παρέσυρε στην ταράτσα μιας οικοδομής. Ταλαιπωρημένη και χωρίς καμία τύχη η Δήμητρα παρέμενε λευκή όπως όταν έφυγε απ το σπίτι της, ακροβατώντας στην άκρη μιας ατέλειωτης ταράτσας .
Είχε ήδη δει πολλά διαφορετικά πράγματα να περνάνε από πάνω της  μα για κανένα δεν ήταν κάτι σημαντικό. Μέρες παρέμενε στην οικοδομή περιμένοντας μια κίνηση, ώσπου ένας δυνατός αέρας που πέρναγε από κει, την έβαλε στην πλάτη του και άρχισε να την ταξιδεύει στον ουρανό. Όλος ο κόσμος ήταν εκεί. Είδε τα σπίτια , τις γειτονιές , τα δέντρα τους ανθρώπους. Είδε ποιητές , ορχήστρες και θάλασσες κι είδε πως είναι η ζωή του άλλου κόσμου από ψηλά.  Η Δήμητρα παρέμενε λευκή κι όπου μπορούσε κι έβρισκε ευκαιρία, καβάλαγε τον άνεμο και γνώριζε νέες αλήθειες. Κανείς δεν έγραψε τίποτα πάνω της ποτέ και για κανέναν δεν έγινε κάτι σπουδαίο. Ήταν όμως ελεύθερη και περήφανη , που μπόρεσε να βρει τον τρόπο να ταξιδεύει, που μπόρεσε να γράφει πάνω της ότι διάλεγε να κρατήσει.
Αυτή λοιπόν είναι η ιστορία για τις τέσσερις σελίδες αδερφές, που χωρίστηκαν για να βρουν το λόγο που ήρθαν στην άλλη γη. Ο τρόπος που η καθεμιά βρήκε τον προορισμός της, ήταν κι αυτός που διάλεξε αν θα κλείσει το ντουλάπι ή αν θα φυσήξει πιο δυνατά ο άνεμος. Τύχη , επιλογή , κατεύθυνση? Ποιος ξέρει, ίσως δε μάθουμε ποτέ.  
Κι αν ακόμα πιστεύεις πως  η σπουδαιότητα κι η ομορφιά ζουν σε όσα ακούς  , τότε, όπως είπε και η μακρομαλλούσσα πινελιά, καλύτερα να αρχίσεις να βλέπεις.    
    
                                              






Γιώργος Λεμπέσης