Τα παραμύθια , όταν γεννιούνται.. είναι κάπως έτσι.. Χρυσίζουν στην τόση ησυχία κι αναπνέουν στην μεγάλη ανοιχτοσιά..

Κι ύστερα πολλαπλασιάζονται και στέκονται στα ράφια, αναπολώντας το ένα με το άλλο, την εποχή της νιότης τους , τότε που έπεφτε χρυσάφι από παντού.

Έτσι είναι , αλήθεια σας λεω.. δείτε..

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

“ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΑΤΕΒΩ"

ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΛΕΜΠΕΣΗΣ

«ΘΕΛΩ ΝΑ ΚΑΤΕΒΩ»


Κατέβασα τα στόρια του γραφείου κι άρχισα να μιλάω στη σιωπή μου. Ούτε η πόλη που βρίσκεται κάτω απ’ τα πόδια μου και μοιάζει σαν να τσουλάει αργά προς τη θάλασσα δε με ενδιαφέρει πια. Λες και τα μάτια μου απεργούν και δεν αφήνουν τίποτα και κανέναν να περάσει, λες και τα μάτια μου φωνάζουν πιο πολύ απ’ την ψυχή, πιο πολύ από τη γλώσσα, σα μια τελευταία προσπάθεια να παραμείνουν στη ζωή.
Ίσως τελικά να μην είμαι καλός στην επικοινωνία και στη διαχείριση, υλικών και άυλων. Ανθρώπων και στρατηγικών. Ίσως να μην έχω καν το ταλέντο να αποχωρίζομαι τις ατέλειες μου, να βελτιώνω λάθη και αστοχίες. Ίσως να μην είμαι καλός ηγέτης, να μην εμπνέω τους ανθρώπους , να μην κάνω καν ωραία πράγματα για εκείνους. Να μην μπορώ να μεγαλώσω το παιδί που έφερα στον κόσμο μα πιο πολύ να μην μπορώ να συντηρήσω το παιδί που ζει μέσα μου από πάντα. Και χωρίς αυτό, δεν μπορώ να στηρίξω κανέναν άλλον. Χωρίς αυτή τη συγχώρεση θα είμαι πάντα ένας κοιμισμένος άνθρωπος, που σα ζητιάνος θα γυρεύει να γίνει αυτοκράτορας μην μπορώντας να δει, πως αυτό που ζητάμε μέσα στα όνειρα παύουμε να το ζητάμε και αφυπνιζόμαστε, μόνο όταν δούμε στ’ αλήθεια τι είμαστε. Ένας αυτοκράτορας, δε ζητάει ποτέ να γίνει αυτοκράτορας, κι αυτήν την αλήθεια την ξέρει μέσα μας μόνο αυτό το παιδί.
Ίσως τελικά να μην είμαι τίποτα το σπουδαίο, τίποτα απ’ ό,τι ακούω ότι είμαι. Μάλλον έχω εγκλωβιστεί σε κάποια εικόνα. Όπως συμβαίνει με κάθε καλοστημένη φωτογραφία που δεν αποτυπώνει τον μέσα εαυτό, αλλά αυτόν με τις μάσκες και το έντονο μακιγιάζ.  Που άλλος στέκει μπροστά στον καθρέφτη κι άλλο είναι το είδωλο που τελικά εμφανίζεται. Άλλος βγαίνει στη φωτογραφία γιατί ο αληθινός εαυτός κοιμάται και ξεχνιέται, κατρακυλώντας στο περιθώριο και σιγά-σιγά, έξω από την πόρτα.
Έτσι, άρχισαν τα βλέμματα να σκήβουν κι αυτή η ολάνθιστη οπτική όλο και πιο πολύ να μαραζώνει. Άρχισαν τα χρώματα να κρύβονται πίσω απ’ τα βουνά και η χαρά που πάντα όριζε τις σκέψεις, έπεσε σαν από μάγια σε βαθύ ύπνο.
Πώς όμως μπορώ να αρνηθώ μια τέτοια πτώση; Πώς μπορώ να αδικήσω αυτήν την παραίτηση όταν τα πάντα γύρω αποκαλύπτονται; Βγάζουν τη σάρκα τους, φτύνουν αίμα και χολή. Κι όλο ασχημαίνουν οι άνθρωποι κι αγριεύουν οι άνεμοι. Ούτε ο καιρός δεν βοηθάει που μες στην προσπάθεια του να κρατήσει Δεκέμβρη μήνα τον ήλιο ψηλά, κάνει τα πάντα να φαίνονται ακόμα πιο καθαρά. Μα το χειρότερο δεν είναι πως όπου κι αν κοιτάξω βλέπω πίσσα και φωτιά. Δεν είναι που βλέπω τον δαίμονα των κοιμισμένων ανθρώπων να έχει πάρει τα κλειδιά της καστρόπορτας, ούτε που αυτή η σκληρή κληρονομία που κουβαλάμε ζητάει κι άλλο θάνατο κι άλλη σφαγή. Δεν είναι μόνο που στα μάτια μου ξεβράζονται νεκρά παιδιά ούτε που στη χώρα μου αγαπάμε τους προδότες. Είναι που κάποτε, ήμουν ένα σπίτι. Έμπαινε κόσμος, γέμιζε φωνές. Ζούσαν μέσα του οράματα, σχέδια κι όλου του κόσμου οι προοπτικές μύριζαν ελευθερία. Μούδιαζα στην ιδέα πως θα ‘σβηνε το φως όμως δεν προλάβαινα να φοβηθώ γιατί όλο και κάποια γιορτή ζωντάνευε ξανά. Με φρόντιζα, με γέμιζα οξυγόνο και συνεχώς μου υποσχόμουν πως ο δρόμος είναι μπροστά, πως οι στιγμές είναι στα χέρια μου και πως αυτό που έρχεται θα κάνει τη ζωή να αξίζει επηρεάζοντας όλο και πιο πολλούς ανθρώπους.
Αυτό το σπίτι δεν ενοχλούσε, δεν έκρυβε τη θέα κανενός, δεν ήταν παράνομο. Όμως μια νύχτα έπεσε πάνω του μια βόμβα μεγαλύτερη απ’ το σπίτι και πιο δυνατή από τις βάσεις του. Κι έτσι το σπίτι έπεσε, κατέρευσε και σκόρπισε σε όλα τα σημεία της γειτονιάς. Αλλού πήγε το όραμα, πιο κάτω οι χαρές. Κάπου στο βάθος τα όνειρα κι οι άνθρωποι που μέχρι χθες μπαινόβγαιναν ,θαφτήκανε στα συντρίμμια. Κι είπα να σηκωθώ, να χτίσω πάλι αυτό το σπίτι όμως γκρεμίστηκαν και σκόρπισαν όλα μου τα χέρια. Κάθε φορά που έκανα να δω, να τα μαζέψω, άκουγα από τα διπλανά συντρίμμια: «Μην κοιτάς εκεί, δεν έχει τίποτα», «Μην ψάχνεις άλλο, όλα τελείωσαν» «τι κάθεσαι και κάνεις εδώ, φύγε. μυρίζουν οι νεκροί» .
Έτσι φόρτωσα στο σώμα μου ακόμα μερικά λυγίσματα, μην μπορώντας πια να σηκωθώ. Τόσα λυγίσματα που δεν δε θέλω πια να σηκωθώ. Κι αν γύρω μου κοιμούνται ακόμα άνθρωποι που με φιλοξένησαν, θα τους ζητήσω συγγνώμη από καρδιάς, όσο ακόμα αντέχει και χτυπάει. Θα τους πω πως δεν μπορώ πια να τους ταλαιπωρώ με όμορφα και άσχημα, πως δεν είμαι άξιος πια να τους θυμώνω, να τους συγχωρώ, να τους φιλιώνω προσπαθώντας άλλη μια φορά να ξανά στεριώσω αυτό το σπίτι. Τους αγαπάω πολύ για να μπορώ να τους ανέχομαι, τους χρειάζομαι πολύ για να μπορούν να με πληγώνουν. Με νίκησαν μοίρες που δεν κάλεσα, με γκρέμισαν φωτιές που δε ζεσταίνουν.
Κι έτσι, την τελευταία μου δύναμη  θα την κρατήσω για μένα. Για να κάνω αυτό που μέσα απ’ τα συντρίμμια, φωνάζουν τα μάτια μου. Αυτό που για πρώτη φορά ξέρω πως θέλω και πως έχω ανάγκη όσο ποτέ. Κι αν κάποιοι δεν το καταλάβουν τότε ας με διαβάσουν καλύτερα, γιατί μπορεί να μην ήμουν σε τίποτα καλός, όμως όταν χάραζα φαράγγια στο χαρτί, είχα πάντα κάτι να σου πω.
Και τώρα αντίο, νιώθω καλά, μπορώ να γίνω όποιος θέλω, μπορείς να με φωνάζεις με όποιο όνομα θέλεις, έτσι κι αλλιώς έπαψα να σ ακούω.


Σταματήστε λοιπόν για μια στιγμή τον κόσμο..  Θέλω να κατέβω.