Τα παραμύθια , όταν γεννιούνται.. είναι κάπως έτσι.. Χρυσίζουν στην τόση ησυχία κι αναπνέουν στην μεγάλη ανοιχτοσιά..

Κι ύστερα πολλαπλασιάζονται και στέκονται στα ράφια, αναπολώντας το ένα με το άλλο, την εποχή της νιότης τους , τότε που έπεφτε χρυσάφι από παντού.

Έτσι είναι , αλήθεια σας λεω.. δείτε..

Τετάρτη, 22 Ιουλίου 2015

ΤΑ ΕΠΤΑ ΠΙΝΕΛΑ


ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΛΕΜΠΕΣΗΣ

ΤΑ ΕΠΤΑ ΠΙΝΕΛΑ 


Η Μελίνα, λάτρευε τα πινέλα από μικρή. 
Από τόσο δα κοριτσάκι, τότε που ακόμα οι κοτσίδες της με το ζόρι ακουμπούσαν το λαιμό της, μάζευε από όπου έβρισκε πινέλα. 
Κάθε λογής, χνουδωτά, μυτερά, φουντωτά, λεπτά, με ρίγες, με βούλες ακόμα και κάποια πιο γέρικα, που ζήτημα αν έστεκαν στο λεπτό ξυλάκι τους πέντε τρίχες, ήταν μέρος της παράξενης συλλογής της.

Μια μέρα, και αφού τα χρόνια περάσει κι είχαν φέρει στο δερμάτινο βαλιτσάκι της κάμποσα πινέλα, αποφάσισε να κάνει μια βόλτα στην παλιά της γειτονιά στην οδό Καβαλέτου, κοντά στην παραλία του βορρά . 
Εκεί, στεκόταν για λίγο ακόμα μια τεράστια αποθήκη που κάποτε φιλοξενούσε μέσα της ένα σωρό αντικείμενα. Από παιχνίδια , μέχρι είδη για το σπίτι ακόμα και σχολικά μικροπράγματα για μαθητές και δασκάλους! 
Σε λίγες μέρες, η κατασκευαστική εταιρία θα γκρέμιζε αυτή την αποθήκη και θα έδινε μια νέα ζωή στο ταλαιπωρημένο πια οικόπεδο.

Η Μελίνα, αποφάσισε να μπει στην παλιά αποθήκη, χωρίς να έχει κάποιο ιδιαίτερο λόγο. Έτσι, για να χαιρετήσει κάθε ανάμνηση που είχε απ τα παιδικά της χρόνια. Ήταν βλέπεις που αυτό το μέρος , είχε γίνει πολλές φορές, σημείο αναφοράς και εκκίνησης, παιδικών και νεανικών ιστοριών. 

Μέσα του, είχε ξεχαστεί σε μια γωνιά, ένα παρατημένα κιβώτιο σαν μικρό σεντούκι, που φαίνονταν σχεδόν ανέπαφο. Μόνο η σκόνη και μερικοί σοβάδες μαρτυρούσαν την μοναξιά και τον χρόνο που είχαν ξεχαστεί πάνω του. 
Πλησίασε χωρίς σκέψη και άνοιξε με προσοχή , το κουτί αφού πρώτα ξεσκόνισε το καπάκι. 
Η έκπληξη της ήταν μεγάλη και τα μάτια της γούρλωσαν στη θέα της αναπάντεχης ανακάλυψης. Μέσα του, υπήρχαν επτά διαφορετικά πινέλα σπάνια και πανέμορφα. Φαίνονταν να ναι ζωντανά κι αμέσως πίστεψε πως αν τους το ζητούσε, σίγουρα θα της απαντούσαν με σχέδια και γραμμές. 

Ο θησαυρός ήταν τεράστιος για εκείνη και η σκέψη πως αν δεν τα έβρισκε, όλα αυτά τα πινέλα θα χανόντουσαν για πάντα, έκανε αυτό το εύρημα ακόμα πιο πολύτιμο. Αν αργούσε λίγο ακόμα, θα εξαφανιζόντουσαν μέσα σε χώματα και μπάζα, μοίρα καθόλου δίκαιη για την μοναδικότητα τους. 
Χωρίς να χάσει χρόνο, μάζεψε όλα τα πινέλα και τα φυγάδευσε γρήγορα από εκεί. Λες και έκανε το πιο ριψοκίνδυνο πράγμα που είχε κάνει στη ζωή της, τα αγκάλιασε τυλίγοντας τα στην μπλούζα της σαν να έσωζε εκείνη τη στιγμή, μια ολόκληρη γενιά που θα χανόταν κάτω απ την απειλή της νέας τάξης πραγμάτων. 
Και η αλήθεια είναι πως αυτό ακριβώς συνέβαινε. 

Τα επτά πινέλα σώθηκαν απ την γλυκιά Μελίνα , που βρέθηκε εκεί ακριβώς τη σωστή στιγμή και δεν αγνόησε ούτε λεπτό την ύπαρξη τους. Την κίνηση της αυτή αλλά και την αγάπη που έδειξε φροντίζοντας τα στη συνέχεια ήταν κάτι το οποίο τα ίδια τα πινέλα δεν ξέχασαν ποτέ. 


Από την επόμενη κι όλας μέρα, η μαγεία που έκρυβαν μέσα τους, ζωντάνεψε κι έτσι ένα δώρο ευφάνταστο και παραμυθένιο , την περίμενε κάθε φορά που έβγαινε απ το σπίτι. Μια εικόνα, ένας χρωματισμός στον ουρανό, ένα φρεσκοβαμμένο λουλούδι ακόμα και τα πολύχρωμα κι αστεία κτήρια, βρίσκονταν δίπλα της και την καλημέριζαν. 
Ένας κόσμος ζωγραφισμένος απ τα ίδια τα πινέλα, ήταν ο τρόπος τους να την ευχαριστούν που τους είχε χαρίσει ξανά τη ζωή.

Ένα πινέλο για κάθε μέρα , κι ύστερα πάλι απ την αρχή δημιουργούσαν για εκείνη ένα σκηνικό , λες και η ζωή της ήταν βαλμένη σε πίνακα. Ένας κόσμος γεμάτος χρώμα, απ ευθείας απ τους πινελένιους Θεούς, μόλις είχε σωθεί. Ένας κόσμος που η ίδια έσωζε, απ όταν ήταν τόσο δα κοριτσάκι, αφού κράταγε ζωντανή τη φαντασία και την επιθυμία να δημιουργεί τον κόσμο με τα μαγικά της πινέλα.